ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη είναι χρήσιμο:

1. Nα τρέφονται υγιεινά
2. Nα έχουν φυσιολογικό βάρος
3. Nα έχουν φυσιολογικά επίπεδα σακχάρου, λιπιδίων αίματος και αρτηριακής πίεσης.

Σωστή επιλογή των κατάλληλων τροφών σε συνδυασμό με συχνή σωματική δραστηριότητα βοηθούν στην επίτευξη των στόχων του ατόμου με σακχαρώδη διαβήτη. Θρεπτικά συστατικά είναι τα συστατικά των τροφών που παρέχουν ενέργεια που μετρούνται σε θερμίδες. Τρεις είναι οι κατηγορίες των θρεπτικών συστατικών: οι υδατάνθρακες, οι πρωτεΐνες και τα λίπη. Η σωστή διατροφή περιλαμβάνει και τις τρεις κατηγορίες θρεπτικών συστατικών.

Υδατάνθρακες

Είναι οι κύριοι υπεύθυνοι για την αύξηση του σακχάρου του αίματος (γλυκόζης) μετά το γεύμα αλλά και η κύρια πηγή ενέργειας του οργανισμού. Συστήνεται να καλύπτουν το 45-65% των ημερήσιων θερμίδων. Η ποσότητα και η ποιότητά τους είναι σημαντικοί παράγοντες. Διακρίνονται σε απλούς και σύνθετους.

  1. Οι απλοί υδατάνθρακες αυξάνουν τα επίπεδα σακχάρου του αίματος άμεσα και δεν παρέχουν άλλα θρεπτικά συστατικά παρά μόνο θερμίδες. Η σουκρόζη (επιτραπέζια ζάχαρη) βρίσκεται στη ζάχαρη που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας, στο μέλι και σε σιρόπια. Η φρουκτόζη που βρίσκεται στα φρούτα προκαλεί μικρότερη αύξηση σακχάρου σε σύγκριση με τη σουκρόζη όπως ισχύει και για τη λακτόζη η οποία υπάρχει στα γαλακτοκομικά προϊόντα.
  2. Οι σύνθετοι υδατάνθρακες διασπώνται στον οργανισμό με πιο αργό ρυθμό σε σύγκριση με τους απλούς και δεν αυξάνουν απότομα το σάκχαρο στο αίμα. Περιέχονται στα φρούτα, τα λαχανικά και τα αμυλούχα προϊόντα ολικής άλεσης που είναι πλούσια σε φυτικές ίνες.

Τα άτομα με διαβήτη θα πρέπει να κατανέμουν τους υδατάνθρακες στα γεύματά τους με βάση την υγιεινή διατροφή, τις καθημερινές ανάγκες τους και τις συστάσεις του γιατρού ή του διαιτολόγου τους. Ειδικά όταν βρίσκονται σε εντατικοποιημένο σχήμα ινσουλίνης χρειάζεται να υπολογίζουν συστηματικά το ποσό των υδατανθράκων που καταναλώνουν σε κάθε γεύμα.

Tι είναι ο Γλυκαιμικός δείκτης;

Πέραν του υπολογισμού της ποσότητας των υδατανθράκων και της ποιότητάς τους στα γεύματα υπάρχει και ένα ακόμα «εργαλείο» που βοηθά στην καλύτερη ρύθμιση των τιμών σακχάρου 2-3 ώρες μετά το γεύμα. Αυτό το «εργαλείο» είναι ο γλυκαιμικός δείκτης που δείχνει πόσο γρήγορα ένα τρόφιμο αυξάνει τα επίπεδα σακχάρου αίματος σε σύγκριση με το λευκό ψωμί ή το σάκχαρο. Συστήνεται η κατανάλωση τροφίμων με μέτριο ή χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη. Παρόλα αυτά η κατανάλωση μεγάλης ποσότητας τροφίμου με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη, θα οδηγήσει σε αύξηση του μεταγευματικού σακχάρου. Παράγοντες που επηρεάζουν τον γλυκαιμικό δείκτη των τροφίμων είναι η περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες, σε λιπαρά, η ωρίμανση του τροφίμου καθώς και ο τρόπος παρασκευής τους.

Πρωτεΐνες

 

Συστήνεται να καλύπτουν το 15-20% από το σύνολο των ημερήσιων θερμίδων. Η πρωτεΐνη μπορεί να προέρχεται από ζωικές ή φυτικές πηγές. Οι ζωικές πρωτεΐνες περιέχονται στο κρέας, στα πουλερικά, στο ψάρι, στα αβγά, στο γάλα, στο γιαούρτι και στο τυρί και θεωρούνται πρωτεΐνες υψηλής βιολογικής αξίας. Οι φυτικές πρωτεΐνες περιέχονται στα όσπρια, τα δημητριακά, τους ξηρούς καρπούς, τα λαχανικά και θεωρούνται πρωτεΐνες χαμηλής βιολογικής αξίας. Ωστόσο ο συνδυασμός των ζωικών και φυτικών πρωτεϊνών είναι απαραίτητος.

Λίπη

Συστήνεται να καλύπτουν το 25-35% του συνόλου των ημερήσιων θερμίδων. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη η κατανάλωση των μονοακόρεστων λιπαρών οξέων που βρίσκονται στο ελαιόλαδο, στους ξηρούς καρπούς καθώς και στα ω-3 λιπαρά οξέα που βρίσκονται κυρίως στα λιπαρά ψάρια (σολομός, σκουμπρί, σαρδέλα, ρέγκα, κολιός κ.α.). Συστήνεται η περιορισμένη κατανάλωση των κορεσμένων λιπαρών οξέων που βρίσκονται στα κρέατα, αλλαντικά κ.α. και των trans λιπαρών που βρίσκονται στις μαργαρίνες και τα τηγανητά τρόφιμα. Προτιμάτε την κατανάλωση ψαριών και άσπρου κρέατος (κοτόπουλο, γαλοπούλα) αντί κόκκινου κρέατος (μοσχάρι, χοιρινό, αρνί) και ελαιόλαδου αντί βουτύρου και μαργαρίνης.

Βιταμίνες και ιχνοστοιχεία

Οι ποσότητες βιταμινών και ιχνοστοιχείων που συστήνονται για τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη δεν διαφέρουν από αυτές που συστήνονται σε όλα τα άτομα είτε έχουν σακχαρώδη διαβήτη είτε όχι. Συμπληρώματα βιταμινών και ιχνοστοιχείων θα πρέπει να λαμβάνονται μόνο μετά τη σύμφωνη γνώμη του ιατρού. Συνήθως οι απαραίτητες ποσότητες βιταμινών και ιχνοστοιχείων καλύπτονται μέσα από μία ισορροπημένη διατροφή και έτσι δεν είναι απαραίτητη η επιπλέον φαρμακευτική χορήγηση βιταμινών και ιχνοστοιχείων.

Τι πρέπει να ξέρουμε για το Οινόπνευμα

Σε ό,τι αφορά το οινόπνευμα θα πρέπει να υπάρχει συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό ή τον διαιτολόγο σου ο οποίος μπορεί να καθορίσει τα όρια χρήσης του αλκοόλ ανάλογα με την περίπτωσή σου. Η ημερήσια κατανάλωση οινοπνεύματος (αλκοόλ) καλό είναι να αποφεύγεται ή να μην ξεπερνά το ένα ποτήρι αλκοόλ στις γυναίκες και μέχρι δύο ποτήρια στους άνδρες. Από έρευνες που έχουν γίνει, διαπιστώθηκε ότι η περιστασιακή χρήση (1-3 ποτά την εβδομάδα) αλκοόλ δεν βλάπτει τα άτομα με διαβήτη, μεγαλύτερη και συχνότερη όμως χρήση έχει βλαπτικά αποτελέσματα καθώς το αλκοόλ περιέχει πολλές θερμίδες, ενώ ορισμένα ηδύποτα (λικέρ) περιέχουν και πολλή ζάχαρη. Εξαιτίας των ιδιοτήτων του αλκοόλ να επιδρά με ορισμένα αντιδιαβητικά δισκία και να μειώνει την παραγωγή γλυκόζης από το ήπαρ, καλό είναι να καταναλώνεται πάντα με γεμάτο στομάχι, σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή υπογλυκαιμία. Η επίδραση του αλκοόλ μπορεί να οδηγήσει σε υπογλυκαιμία ακόμα και 24 ώρες μετά την κατανάλωσή του. Καλό είναι τα επίπεδα σακχάρου να είναι μεταξύ 100-140 mg/dL. Αν είναι χαμηλότερα θα πρέπει να καταναλώσεις κάποιο σνακ έτσι ώστε να αυξηθεί το σάκχαρο του αίματος και μετά να καταναλωθεί το αλκοόλ. Η μακροχρόνια αλόγιστη χρήση μπορεί να επιδεινώσει τη νευροπάθεια που προκαλεί ο διαβήτης, αλλά και να συμβάλει στην ανάπτυξη υπέρτασης, παχυσαρκίας και αύξηση των τριγλυκεριδίων.

 

Ταχυφαγεία (Fast Food)

 

Τα προϊόντα fast food είναι πλούσια σε θερμίδες, λίπος και αλάτι. Μεγάλη ποσότητα του προσλαμβανόμενου λίπους αποτελείται από trans-λιπαρά οξέα. Η συχνή κατανάλωση αυτών των λιπαρών έχει συσχετιστεί με καρδιαγγειακά νοσήματα. Όταν λοιπόν καταναλώνεις τρόφιμα fast food πρέπει να γνωρίζεις ότι λαμβάνεις μεγάλη ποσότητα αλατιού και λίπους η οποία έχει ως αποτέλεσμα αύξηση σωματικού βάρους.

Γλυκαντικές ύλες

 

Αντικαθιστούν τη ζάχαρη σε τρόφιμα και ποτά. Διακρίνονται στα φυσικά υποκατάστατα ζάχαρης και στα τεχνητά υποκατάστατα ζάχαρης.

α) Τα φυσικά υποκατάστατα είναι η φρουκτόζη, η σορβιτόλη (Ε420), η μανιτόλη (Ε421), η ξυλιτόλη (Ε967), η ισομαλτόζη (Ε953), η λακτιτόλη (Ε966) και η ισομαλτιτόλη (Ε953). Οι ουσίες αυτές αποδίδουν 2-4 θερμίδες ανά γραμμάριο αλλά έχουν πιο γλυκιά γεύση από τη ζάχαρη και γι’ αυτό μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μικρότερη ποσότητα.

β) Τα τεχνητά υποκατάστατα είναι η ακεσουλφάμη-Κ ή ακεσουλφαμικό κάλιο (Ε950), η ασπαρτάμη (Ε951), το κυκλαμικό οξύ (Ε952), η σακχαρίνη (Ε954), η σουκραλόζη (Ε955), η νεοτάμη (Ε961) και πρόσφατα προστέθηκε και το γλυκαντικό από το φυτό στέβια (Ε960). Όλες οι τεχνητές γλυκαντικές ύλες δεν μεταβολίζονται από το ανθρώπινο σώμα και απεκκρίνονται ακέραιες εκτός από την ασπαρτάμη. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν αποδίδουν ενέργεια (μηδενικές θερμίδες). Η ασπαρτάμη, αν και μεταβολίζεται, επειδή χρησιμοποιείται σε πολύ μικρές ποσότητες εξαιτίας της έντονης γλυκιάς γεύσης της, ουσιαστικά δεν έχει θερμίδες.

Οι συγκεκριμένες ουσίες δεν επηρεάζουν τα επίπεδα σακχάρου και ινσουλίνης στο αίμα, γι’ αυτό είναι ιδανικές για τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη. Επιπλέον, είναι ανθεκτικές σε υψηλές θερμοκρασίες και μπορείς να τις χρησιμοποιήσεις στο μαγείρεμα, με εξαίρεση την ασπαρτάμη. Όλες οι γλυκαντικές ουσίες έχουν πάρει έγκριση από την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων και η αποδεκτή ημερήσια πρόσληψη, που έχει καθιερωθεί, είναι υψηλότερη από αυτή που μπορεί να καταναλώσει ο άνθρωπος μακροχρόνια. Οι τεχνητές γλυκαντικές ουσίες, αν και δεν αποδίδουν σχεδόν καθόλου ενέργεια, όταν χρησιμοποιούνται ως επιτραπέζια γλυκαντικά για να μοιάζουν με τη ζάχαρη προσθέτονται στη σύστασή τους ουσίες (π.χ. δεξτρόζη και μαλτοδεξτρίνη) οι οποίες έχουν θερμίδες και υδατάνθρακες. Έτσι, όταν ένα επιτραπέζιο γλυκαντικό αναγράφει τον ισχυρισμό «χωρίς θερμίδες», ουσιαστικά σημαίνει ότι αποδίδει ενέργεια ίση ή λιγότερη από 5 θερμίδες ανά μερίδα. Έτσι για να μην επηρεαστούν τα επίπεδα σακχάρου, καλό είναι η κατανάλωση αυτών των προϊόντων να γίνεται με μέτρο. Γενικά, όταν καταναλώνεις ένα προϊόν που αναγράφει έναν από τους ισχυρισμούς «χωρίς ζάχαρη», ή «χωρίς προσθήκη ζάχαρης», ή «με λιγότερη ζάχαρη» εφάρμοσε τον χρυσό κανόνα «ελέγχω πάντα τη διατροφική ετικέτα για τη συνολική ποσότητα υδατανθράκων».

DIABETES AND PHYSICAL EXERCISE

The exercise in general:

  • Improves the insulin sensitivity 
  • It’s helpful for weight loss and maintaining weight loss
  • Improves muscle strength
  • Improves bone density and strength
  • Reduces blood pressure
  • Protects the heart and blood vessels by increasing the “good” and reducing the “bad” cholesterol
  • Improves blood circulation and reduces the risk of cardiovascular disease
  • Increases the energy level
  • Helps relax and relieve anxiety

 

Exercise is essential for management of type 2 diabetes. It not only helps control blood glucose but also improves physical fitness and reduces the risk of cardiovascular disease.

 

Which types of exercise are recommended for people with diabetes

Any activity that increases your heart rate and keeps it, improves your aerobic capacity. Aerobic exercise helps prevent type 2 diabetes and in general, improves glucose control in people with diabetes. Apart from these, it boosts overall mood and fight anxiety. You do not feel anxious when walking or swimming. According to the latest research, resistance training such as weight exercises also can lead to better blood glucose control and the result is similar with this of anti-diabetic drugs. In addition, they improve muscle strength and mass, reduce fat, improve mood and self-confidence.

It is GOOD to exercise three to four times a week, 30 minutes a day. Exercise every day is ideal. A good exercise program includes 5 to 10-minute warm-up, at least 15-30 minutes of continuous aerobic exercise (fast walking or cycling) and 5-minute relaxation at the end. Add to this program muscular strength or resistance exercises 2 to 3 times a week.

However, you need to be careful! Do not forget to track your glucose prior to, during and after exercise. This recording will reveal how your body responds to exercise and will help you to avoid dangerous blood sugar fluctuations. The effect of exercise is the same either for people with diabetes or without diabetes. Under normal circumstances, insulin is released from the beta cells in the pancreas when blood glucose levels increase, for example after eating. Insulin is necessary for the use of glucose by the liver and muscles, which can cause lower blood sugar levels. When exercising, the body needs extra energy (in the form of glucose) for the muscles. For short bursts, such as a quick run to catch the bus, the muscles and liver release stores of glucose for fuel. With continued moderate exercising, though, your muscles take up glucose at almost 20 times the normal rate. This lowers blood glucose levels. In people who do not use insulin or anti-diabetic drugs, insulin levels is lower and thus the risk of hypoglycemia is reduced. In addition, in people with diabetes, intense exercise CAN transiently increase glucose sugar levels. That is why if you have diabetes you should definitely control your blood sugar levels after exercise.

 

Before exercise: check your blood sugar

Before starting any exercise program, you should consult your doctor, especially if you had previously reduced physical activity. Ask your doctor which activities and the duration of exercise are relevant and if any change in your medication is required. If you use insulin or drugs that can cause hypoglycemia, monitor your blood sugar 30 minutes before exercise and just before exercise. This will help you understand if your glucose level is stable, rising or falling and if exercise is safe for you.

 

Recognize hypoglycemia symptoms

During exercise, you should avoid hypoglycemia. During prolonged exercise, check your blood sugar every 30 minutes, especially if you start a new exercise program or if you change the exercise intensity or duration. It seems difficult when practicing in the open air or taking part in organized sports. However, it is necessary at least until you realize that your body responds to changes in an exercise program.

 

Stop exercising if:

  • The sugar is below 70 mg / dL
  • You feel scared, nervous or confused
  • -Take or drink something to raise your blood sugar levels (15-20 grams of carbohydrates), such as: Two to five glucose tablets, half a glass (125 ml) juice, half a glass of carbonated sugar drink, five or six candies with sugar
  • Check your sugar again in 15 minutes. If it is still low, consume the same food or drink with sugar and check it again in 15 minutes. Repeat these steps until your blood glucose is at least 70 mg/dL. You can continue the exercise if blood sugar levels are normal.

 

After an exercise: Check your blood sugar again

Check your blood sugar immediately after exercise and several times over the next few hours. An exercise depleted glucogen stores in the muscles and the liver. As your body replaces these stores, it takes the sugar from the blood. The more intent is an exercise, the greater is the effect on the blood sugar levels. Hypoglycemia can occur even many hours after exercise.

 

Exercise tips

  • To reduce the risk of hypoglycemia, people with diabetes should follow structured exercise and dietary program, and take medication at the same time each day.
  • An extended or very intense exercise can cause the production of adrenaline and other hormones that antagonize the effect of insulin and may increase blood sugar levels. If you follow an extended or very intense exercise (which lasts for several hours), it may be necessary to alter the insulin / antidiabetic tablet medication in your diet. Consult your doctor.
  • Be careful when you exercise while your medication has the greatest effect. Depending on the time of exercise, it may be necessary to reduce the dose of basal or nutritional insulin. Your doctor will give you the appropriate instructions.
  • Better to exercise with someone who knows that you has diabetes and what to do in case of hypoglycemia.
  • It is useful to have an ID with you with the details on your disorders and medications.
  • Measure the sugar before, during and after exercise and always have a snack with carbohydrates (fruit, juice) in case of hypoglycemia.
  • Ask your doctor what is the best type of exercise for you. Some complications of diabetes, such as advanced retinopathy or neuropathy, can make some exercises dangerous for you. Your doctor will make you a test to estimate your heart’s response to the exercise.
  • Do not start exercising if you have type 1 diabetes and your blood sugar is over 250 mg / dL and you have ketone bodies in your blood because you probably have insulin deficiency and exercise will increase even more sugar levels. Take fluids, adjust the dose of insulin and contact your doctor.
  • Start slowly and then gradually increase the intensity and duration. Choose an activity that you enjoy.  If you enjoy an exercise, it will become a lifestyle. If you need to lose some weight, a water aerobics is a good idea. Other choices are cycling or swimming. Put on comfortable shoes and take care of your feet. Drink water before, during and after exercise to avoid dehydration. Do not ignore the pain! Stop exercising if you feel an excessive pain in the muscles and joints.

If you pair regular exercise with a well-balanced diet and the medication, you are on a right way to achieve an optimal regulation of blood glucose level as well as to avoid chronic complications of diabetes.

Hyperthyroidism

Hyperthyroidism occurs when your thyroid gland becomes overactive and produces more thyroid hormones than you need. This leads to an increased rate of metabolism and the appearance of various symptoms, which, depending on the condition severity, are more or less perceptible to the patient.

What is the thyroid gland?

 The thyroid gland is located in the anterior neck; it is a butterfly-shaped organ that is usually visible on inspection. It produces hormones, triiodothyronine (T3) and thyroxine (T4), which mostly controls how your body uses energy (metabolism). The thyroid is controlled by a gland located in the brain, the pituitary gland, which produces thyroid-stimulating hormone (TSH) to stimulate secretion of thyroid hormones (T4, T3). These two glands works together very closely and any functional thyroid disorder influences inversely the production of TSH.

What causes hyperthyroidism ?

  1. Graves’s disease. It is the most common cause of an overactive thyroid, especially in women of reproductive age (ages 20-40). It can occur at any age in men and women. As an autoimmune disease, ie our immune system produces an antibody that stimulates our thyroid, it may co-exist with other autoimmune diseases in the same patient (Crohn’s Disease, rheumatoid arthritis, celiac disease, type 1 diabetes, etc.). Also, as it is usually observed in autoimmune diseases, there is a family predisposition. Some patients may have eye problems (thyroid ophthalmopathy or Graves’ ophthalmopathy) with exophthalmia, dry eye syndrome, swelling, diplopia and loss of vision in the most severe forms. Smoking is one of the risk factors for the appearance and worsening of ophthalmopathy.
  2. One or more thyroid nodules that can become autonomous over the years, producing more thyroid hormones and thus causing hyperthyroidism. That is what Endocrinologists call toxic adenoma or toxic multinodular goiter, which can be detected by scan as “hot nodules”.
  3. In cases where hyperthyroidism is caused by inflammation and destruction of parenchyma, autoimmune etiology (postpartum thyroiditis) or potential viral etiology, usually after respiratory failure (hypoxia).
  4. Medications: amiodarone, interferon, lithium
  5. Excessive dosage of thyroxine

What are the symptoms of Hyperthyroidism?

  1. Weight loss with normal or increased appetite
  2. Tachycardia and even heart arrhythmia
  3. Leakage of stool
  4. Anxiety, irritability, sleeping difficulty
  5. Shaky hands, sweating, heat intolerance
  6. Fatigue, weakness
  7. Menstrual disorders

Diagnosis

Blood test help determine the diagnosis: TSH, Ft4, T3 (Ft3) and visualization by scintigraphy. It may also be necessary to measure antibodies (TSI, anti-TPO & anti-TG) and thyroid ultrasound with triplex to control the inferior thyroid artery.

Treatment

There are three choices

  1. Antithyroid Drugs
  2. Radioiodine
  3. Surgery

The age, severity, cause of hyperthyroidism and the patient’s preference play a role in choosing the right treatment.

Medication

There are two categories of drugs used in the treatment of hyperthyroidism.

Antithyroids such as metamazole (unimazole), carbimazole (Thyrostat) and propylthiouracil (prothuril), which reduce the excessive production of thyroid hormones. We usually prefer the first two because of fewer side effects, excepting the first trimester of pregnancy it is preferred to use propylthiouracil.

Antipyretics are prescribed: a) for a short time to make the patient euthyroid prior to surgery or radioactive iodine (usually in the second case the drugs should be discontinued a few days prior to iodine administration to increase the intake of the radiopharmaceutical and to make possible a thyroid destruction). b) for a longer period (1-2 years) as in Graves Disease in order to achieve to achieve a  therapeutic treatment (usually 30% up to 50-60% of patients in milder forms of the disease). After a discontinuation, there is a risk of relapse even after long-term sobriety. That is why we need to proceed to one of the two permanent treatment methods, thyroidectomy or radioactive iodine. All anti-thyroid medicines can cause side effects that your doctor should tell you and regularly measure some biochemical markers. During antithyroid medication, thyroid function should be checked, at least every 1-2 months.

Beta-blockers (mostly propranolol) are the second category of drugs, are prescribed in order to relieve symptoms (tachycardia, tremor, irritation) by gradually lowering the dose until the control of hyperthyroidism is achieved.

 

Radioactive iodine

Radioactive iodine is used in liquid form or in a capsule and can destroy the thyroid parenchyma, usually within 6-18 weeks. In people with severe symptoms, older patients and those with heart diseases, as previously mentioned, an antithyroid medication should be preceded, which will be interrupted a few days before a treatment. Most patients after radioactive iodine become hypothyroid and they should take a lifelong thyroxine therapy. On the other hand, 10-20% of the patients may need a second dose to see a result of a treatement, usually those with more severe hyperthyroidism and a large thyroid gland. Some patients with Graves’ disease, especially smokers, may experience a worsening of ophthalmopathy after a radioactive iodine. Patients that received a radioiodine should avoid close contact with children and pregnant women for 3 to 7 days after a treatment. A therapy is contraindicated during breastfeeding and pregnancy, while women of childbearing age should be delay any pregnancy for at least 6 months or more, after a radioactive iodine.

 

Thyroidectomy 

Suggested as the first option

  • To patients with large goiters (a large thyroid gland) with tracheal compression.
  • Abnormal antithyroid treatment due to serious side effects
  • The presence of suspected malignant thyroid nodules
  • Patient preference

After a surgery, the patient needs to pass regular thyroid function and blood calcium tests. When optimum tests’ results are achieved, monitoring is done 1-2 times a year. Patients should be aware that usually after a surgery a lifelong thyroxine replacement therapy is required.

ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ

Ο όρος «σακχαρώδης διαβήτης» αναφέρεται σε μια διαταραχή του μεταβολισμού που χαρακτηρίζεται από αύξηση του σακχάρου (γλυκόζης) στο αίμα, δηλαδή υπεργλυκαιμία, και οφείλεται σε απόλυτη ή σχετική έλλειψη ινσουλίνης ή/και μειονεκτική δράση της.

Για να καταλάβουμε καλύτερα πώς εμφανίζεται ο σακχαρώδης διαβήτης πρέπει να δούμε τι συμβαίνει στον οργανισμό μας κάθε φορά που τρώμε. Μεγάλο μέρος από το φαγητό που τρώμε, διασπάται στο στομάχι και στο έντερο σε σάκχαρο το οποίο στη συνέχεια απορροφάται και κυκλοφορεί στο αίμα. Όταν αυξάνεται το σάκχαρο στο αίμα, το πάγκρεας που βρίσκεται πίσω από το στομάχι, απελευθερώνει μια ουσία που ονομάζεται ινσουλίνη. Η ινσουλίνη είναι άκρως απαραίτητη προκειμένου να μπορέσει το σάκχαρο που είναι η βασικότερη τροφή των κυττάρων μας να μπει μέσα σε αυτά. Αν ο οργανισμός μας δεν μπορεί να απελευθερώσει την απαραίτητη ποσότητα ινσουλίνης ή αν η ινσουλίνη που παράγουμε δεν μπορεί να συνεργαστεί σωστά με τα κύτταρά μας, τότε το σάκχαρο δεν μπορεί να περάσει όλο μέσα σε αυτά και συσσωρεύεται στο αίμα. Αυτή η κατάσταση ονομάζεται σακχαρώδης διαβήτης. Εκτός όμως από το σάκχαρο που προέρχεται απευθείας από την απορρόφηση της τροφής, σάκχαρο παράγει και το ήπαρ (συκώτι) με μια διαδικασία που ρυθμίζεται από την ινσουλίνη. Όταν λοιπόν δεν υπάρχει αρκετή ινσουλίνη τότε δεν ελέγχεται σωστά η παραγωγή σακχάρου από το ήπαρ με αποτέλεσμα την επιδείνωση της υπεργλυκαιμίας (ιδίως της πρωινής).

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ

Οι κυριότεροι τύποι σακχαρώδη διαβήτη είναι οι εξής δύο:

Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1: Οφείλεται σε πλήρη αδυναμία του παγκρέατος να παραγάγει ινσουλίνη εξαιτίας της καταστροφής των ειδικών κυττάρων που την παράγουν λόγω ανοσολογικού μηχανισμού. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων η διάγνωση γίνεται πριν την ηλικία των 30 ετών, ωστόσο μπορεί να εμφανιστεί και σε μεγαλύτερες ηλικίες. Σε αυτήν την περίπτωση ο ασθενής είναι απαραίτητο να κάνει ινσουλίνη για να επιβιώσει. Η γενετική προδιάθεση αφενός και η επίδραση ορισμένων περιβαλλοντικών παραγόντων (π.χ. ιώσεις) αφετέρου μπορεί να προκαλέσουν ΣΔ τύπου 1. Ωστόσο δεν είναι εντελώς ξεκάθαρος ο αιτιολογικός ρόλος των παραγόντων αυτών.

Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2: Είναι πιο συχνός στους ενήλικες και για αυτό παλαιότερα ονομαζόταν «σακχαρώδης διαβήτης των ενηλίκων». Τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται και σε νεότερες ηλικίες ακόμα και σε παιδιά. Οφείλεται σε μειονεκτική δράση της ινσουλίνης και σε αδυναμία του παγκρέατος να παραγάγει την απαιτούμενη ποσότητα ινσουλίνης για να διατηρηθεί το σάκχαρο σε φυσιολογικά επίπεδα. Προδιαθεσικοί παράγοντες είναι ο ισχυρός παράγων της κληρονομικότητας χωρίς ωστόσο να σημαίνει απαραίτητα ότι τα παιδιά γονέων με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 θα νοσήσουν από αυτήν την πάθηση. Οι πιθανότητες αυξάνουν κατά πολύ όταν και οι δύο γονείς πάσχουν, όταν υπάρχει καθιστική ζωή και έλλειψη σωματικής άσκησης, παχυσαρκία, κακή διατροφή πλούσια σε κορεσμένα λίπη και απλά σάκχαρα καθώς και φτωχή σε φρούτα και λαχανικά. Η διαρκής προσήλωση σε συνήθειες υγιεινής διατροφής και τακτικής σωματικής άσκησης σε συνεργασία με τον κατάλληλο συνδυασμό φαρμακευτικής αγωγής (χάπια ή/και ινσουλίνη) θα επιτύχουν την όσο το δυνατόν καλύτερη ρύθμιση.

Άλλοι τύποι διαβήτη είναι:

  • Ο διαβήτης κύησης. Εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, κυρίως ως αποτέλεσμα των ορμονικών μεταβολών, ενώ πρόσθετοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η κληρονομικότητα, η προϋπάρχουσα παχυσαρκία και η μεγάλη αύξηση του σωματικού βάρους κατά την εγκυμοσύνη.
  • Ο διαβήτης ως συνέπεια παθήσεων του παγκρέατος και ορισμένων ενδοκρινολογικών παθήσεων (π.χ. ο υπερθυρεοειδισμός, Cushing, Μεγαλακρία).
  • Μετά από λήψη ορισμένων φαρμάκων (π.χ. κορτιζόνη, διουρητικά, ψυχοφάρμακα) σε άτομα με προδιάθεση για διαβήτη.
  • Άλλες σπάνιες μορφές διαβήτη που οφείλονται σε κληρονομικά νοσήματα και γονιδιακές διαταραχές.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΔΙΑΒΗΤΗΣ

Πρόκειται για μεταβατικό-ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ της φυσιολογικής κατάστασης και του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον κυρίως για δυο λόγους. Πρώτον διότι χωρίς παρέμβαση, δηλαδή απώλεια βάρους, σωστή διατροφή και σωματική άσκηση είναι δυνατόν να εξελιχτεί σε σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (κίνδυνος έως 50% σε 5 έτη), ενώ αντίθετα η υιοθέτηση ενός υγιεινού τρόπου ζωής είναι δυνατόν να αναστρέψει την πορεία προς τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Δεύτερον διότι σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου.

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΣΥΜΤΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ

Τα κλασικά συμπτώματα είναι η έντονη δίψα, η πολυουρία και η έντονη πείνα που οδηγεί σε πολυφαγία χωρίς απαραίτητα να αυξάνεται και το σωματικό βάρος. Η πολυουρία και η δίψα οφείλονται στο γεγονός ότι, όταν το σάκχαρο ξεπεράσει κάποια όρια, οι νεφροί δεν μπορούν πλέον να το συγκρατήσουν και αποβάλλεται στα ούρα συμπαρασύροντας και νερό. Άλλα συμπτώματα του σακχαρώδη διαβήτη είναι η ανεξήγητη αδυναμία/ καταβολή, η θόλωση της όρασης καθώς και ενοχλήσεις και κνησμός στα γεννητικά όργανα με αυξημένη συχνότητα εμφάνισης ουρολοιμώξεων και μυκητιάσεων των γεννητικών οργάνων. Ειδικά ο ΣΔ τύπου 2 μπορεί να εμφανίζεται χωρίς ή με πολύ ήπια συμπτώματα ακόμα και εάν το σάκχαρο είναι υψηλό. Στην περίπτωση αυτή η διάγνωση γίνεται είτε τυχαία σε κάποια μέτρηση σακχάρου, είτε με τη διάγνωση κάποιων από τις χρόνιες επιπλοκές του (π.χ. μετά από μια οφθαλμολογική εξέταση ή κάποιο καρδιαγγειακό επεισόδιο). Αντίθετα στον ΣΔ τύπου 1 τα συμπτώματα είναι πιο έντονα και εμφανίζονται εξελίσσονται γρηγορότερα οδηγώντας σε ταχύτερη διάγνωση της νόσου.

ΠΟΙΑ ΑΤΟΜΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΕΛΕΓΧΟ ΓΙΑ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ (SCREENING)

  • Ηλικία ≥45 έτη
  • Άτομα με παχυσαρκία ανεξαρτήτως ηλικίας
  • Οικογενειακό ιστορικό διαβήτη τύπου 1 ή 2 σε γονείς, αδέλφια, παιδιά
  • Ιστορικό υπέρτασης ή καρδιοαγγειακής νόσου
  • Ιστορικό διαβήτη κύησης ή/και γέννηση παιδιών με σωματικό βάρος >4 kg
  • Γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών
  • Λήψη φαρμάκων που προδιαθέτουν σε αύξηση της γλυκόζης αίματος

 

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΣΤΟΝ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ

Α) ΑΝΤΙΔΙΑΒΗΤΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ

Τις περισσότερες φορές με τη διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη χρειάζεται να χορηγηθούν αντιδιαβητικά φάρμακα μαζί με τη σωστή διατροφή και την άσκηση. Το είδος και τη δοσολογία των φαρμάκων θα τα καθορίσει ο θεράπων γιατρός. Τα φάρμακα αυτά είναι χρήσιμα, μόνον όταν ο οργανισμός εξακολουθεί να παράγει ινσουλίνη. Δεν χορηγούνται στην εγκυμοσύνη. Τα αντιδιαβητικά φάρμακα διακρίνονται σε διάφορες κατηγορίες που ταξινομούνται σε ομάδες σύμφωνα με τον τρόπο δράσης τους. Έτσι έχουμε φάρμακα που: α) Αυξάνουν την έκκριση της ινσουλίνης, β) Ελαττώνουν την αντίσταση των ιστών στην ινσουλίνη, γ) Ελαττώνουν την απορρόφηση των υδατανθράκων από το έντερο, δ) αυξάνουν τη αποβολή του σακχάρου από τα ούρα. Κανένας τύπος αντιδιαβητικών φαρμάκων δεν μπορεί να ρυθμίσει άριστα τον διαβήτη αν δεν συνδυαστεί με πιστή τήρηση των οδηγιών σωστής διατροφής και άσκησης.

Β) ΙΝΣΟΥΛΙΝΗ

Η ινσουλινοθεραπεία χρειάζεται στις παρακάτω περιπτώσεις:

  • Σε άτομα με ΣΔ τύπου 1
  • Σε άτομα με ΣΔ τύπου 2 που δεν ρυθμίζονται ικανοποιητικά με άλλα αντιδιαβητικά φάρμακα ή υπάρχει αντένδειξη για τη χορήγησή τους ή στην έναρξη του διαβήτη όταν υπάρχει σημαντική απορρύθμιση για να επιτύχουμε γρηγορότερη και πιο αποτελεσματική ρύθμιση του σακχάρου
  • Σε περιπτώσεις εγκυμοσύνης.

Χορήγηση ινσουλίνης και είδη

Καλό είναι να ξέρεις μερικά βασικά πράγματα για την ορμόνη αυτή. Η ινσουλίνη χορηγείται με υποδόρια ένεση ή σε συνεχή υποδόρια έγχυση με το σύστημα αντλίας (ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1) ή ενδοφλέβια (σε ασθενείς με ΣΔ τύπου 1 ή 2 κατά την διάρκεια οξείας απορρύθμισης στα πλαίσια νοσηλείας) . Δεν μπορείς να την πάρεις από το στόμα, γιατί καταστρέφεται από τα υγρά του στομάχου. Ανάλογα με τη δομή τους οι ινσουλίνες διακρίνονται σε ανθρώπινου τύπου (σήμερα χρησιμοποιούνται σπάνια) και σε ανάλογα ινσουλίνης, που δημιουργήθηκαν με τροποποίηση του μορίου της ανθρώπινης ινσουλίνης. Ανάλογα με τη δράση τους οι ινσουλίνες διακρίνονται σε ταχείας δράσης σε μακράς δράσης, ενώ κυκλοφορούν και τα μείγματα ινσουλίνης.

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ

Αυτοέλεγχος σακχάρου

Αυτοέλεγχος του διαβήτη ή αυτομέτρηση είναι η εξέταση του σακχάρου του αίματος από το ίδιο το άτομο με διαβήτη με μικρές, εύχρηστες και αξιόπιστες ηλεκτρονικές συσκευές που ονομάζονται σακχαρόμετρα. Ο αυτοέλεγχος εκτός από τη μέτρηση περιλαμβάνει την καταγραφή των μετρήσεων στο ειδικό ημερολόγιο και τον σχολιασμό των πιθανών παραγόντων που ευθύνονται για τις ακραίες τιμές, είτε υπογλυκαιμίες είτε υπεργλυκαιμίες. Ολοκληρώνεται με την επίδειξη του ημερολογίου αυτοελέγχου στην επόμενη συνάντηση με τον γιατρό και την ανάλογη προσαρμογή της θεραπείας, της διατροφής, της άσκησης και της συνολικής διαβίωσης. Η συχνότητα των μετρήσεων εξαρτάται από το είδος και τους στόχους της θεραπείας.

 

Έλεγχος κετονών (οξόνης) αίματος

Χρειάζεται σε ΣΔ τύπου 1 σε οξείες καταστάσεις απορρύθμισης, όπως είναι ο πυρετός, ο τραυματισμός, οι λοιμώξεις, η κύηση ή όταν το σάκχαρο αίματος είναι πάνω από 250 mg/dl. Επιβάλλεται σε συμπτώματα κετοξέωσης όπως είναι η ναυτία, οι έμετοι, οι κοιλιακοί πόνοι, η δίψα, η αφυδάτωση, η ζάλη, η θολή όραση, ο πονοκέφαλος. Η παρουσία αυξημένης οξόνης σε συνδυασμό με αυξημένα επίπεδα σακχάρου είναι κατεπείγουσα κατάσταση και χρειάζεται άμεση επικοινωνία με τον γιατρό ή και νοσηλεία.

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Προϋπόθεση για την άριστη αντιμετώπιση του διαβητικού ασθενούς είναι η τακτική παρακολούθηση του με τους απαραίτητους κλινικούς και εργαστηριακούς ελέγχους

  • Μέτρηση γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c%). Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη HbA1C δείχνει τη μέση ρύθμιση του διαβήτη του τελευταίου διμήνου-τριμήνου. Η HbA1C και ο αυτοέλεγχος διαφέρουν και αλληλοσυμπληρώνονται σαν ιδανικό ζευγάρι.
  • Έλεγχος βιοχημικών – ορμονολογικών παραμέτρων στο αίμα και στα ούρα (γεν. αίματος, λιπίδια, ηπατική-νεφρική λειτουργία,  ηλεκτρολύτες, γεν.ούρων, μικρολευκωματίνη ούρων, θυρεοειδική λειτουργια, οστικός μεταβολισμός κτλ).
  • Παρακολούθηση συνοδών νοσημάτων και τυχόν χρόνιων επιπλοκών (μέτρηση αρτηριακής πίεσης, περιοδική καρδιολογική εκτίμηση, οφθαλμολογική εξέταση με βυθοσκόπηση, έλεγχος διαβητικής νευροπάθειας, εντοπισμός και αντιμετώπιση παραγόντων κινδύνου για σύνδρομο διαβητικού ποδιού κτλ)

Συνοπτικά ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μια χρόνια πάθηση που μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά και αυτό εξαρτάται από δύο συντελεστές: α) Τον γιατρό που ευθύνεται για τον θεραπευτικό σχεδιασμό. β) Το άτομο με διαβήτη που ευθύνεται για την εφαρμογή του σχεδίου. Η συνεργασία γιατρού και ατόμου με διαβήτη είναι μία πολύτιμη θεραπευτική συμμαχία εναντίον του διαβήτη. Η ευθύνη και η συμμετοχή στις αποφάσεις είναι κοινή και ισότιμη. Οι προσωπικές ανάγκες και προτιμήσεις του ασθενούς είναι σεβαστές και σημαντικές στη λήψη αποφάσεων. Η φροντίδα της υγείας του ατόμου με διαβήτη δεν είναι μόνο κοινωνική αλλά και ατομική υποχρέωση που προϋποθέτει κατάλληλη εκπαίδευση. Με την εκπαίδευση το άτομο με διαβήτη σταδιακά αναπτύσσει την ικανότητα να συμμετέχει συνειδητά στη φροντίδα της υγείας του, να είναι ευέλικτο, να κάνει σωστές επιλογές και να παίρνει συνετές αποφάσεις.

Θυρεοειδής αδένας

Ο θυρεοειδής αδένας είναι ο μεγαλύτερος ενδοκρινής αδένας του ανθρώπινου σώματος. Εντοπίζεται στην πρόσθια περιοχή του τραχήλου, αποτελείται από 2 λοβούς (δεξιό και αριστερό), οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους με τον ισθμό. Ενίοτε, σε ορισμένους ανθρώπους, υπάρχει και ένα τρίτος λοβός, ο πυραμοειδής, που είναι μια προσεκβολή του θυρεοειδούς προς τα άνω.

Η αρχική ονομασία του θυρεοειδούς ήταν “λαρυγγικός αδένας”. Θυρεοειδής ονομάστηκε το 1656 από τον Warton εξαιτίας του σχήματός του, που μοιάζει με ασπίδα (θυρεός = ασπίς). Η πρώτη αναφορά σε παθολογία του αδένα έγινε το 1786, όταν ο Parry μίλησε για υποθυρεοειδισμό και βρογχοκήλη.

Ο θυρεοειδής αδένας παράγει τρεις ορμόνες: 1) τη θυροξίνη ή τετραϊωδοθυρονίνη (Τ4) και 2) την τριιωδοθυρονίνη (Τ3) που ρυθμίζουν το μεταβολισμό όλων των ιστών, και 3) την καλσιτονίνη που ελαττώνει τα επίπεδα του ασβεστίου του αίματος. Η σύνθεση και η έκκριση των θυρεοειδικών ορμονών ρυθμίζεται από τη θυρεοειδοτρόπο ορμόνη (TSH) που παράγεται στην υπόφυση, η οποία, με τη σειρά της, εξαρτάται από την έκκριση της θυρεοεκλυτικής ορμόνης (TRH) που παράγεται στον υποθάλαμο. Απαραίτητο για τη σύνθεση θυρεοειδικών ορμονών είναι το ιώδιο, το οποίο βρίσκεται συγκεντρωμένο στο θυρεοειδή.

ΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΠΙΟ ΣΥΧΝΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΘΥΡΕΟΕΙΔΟΥΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΕΚΔΗΛΩΝΟΝΤΑΙ

Οι πιο συχνά εμφανιζόμενες παθήσεις του θυρεοειδούς είναι ο υποθυρεοειδισμός όπου εμφανίζεται προοδευτικά έντονη κούραση και σωματική αδυναμία, νωθρότητα, αργός ρυθμός ομιλίας, βραχνάδα, ιδιαίτερη ευαισθησία στο κρύο, δυσκοιλιότητα, αύξηση του βάρους και ξηροδερμία. Στον υπερθυρεοειδισμό το άτομο παραπονιέται για αυξημένη νευρικότητα, τρόμο στα άκρα, αϋπνίες, ταχυκαρδία, εύκολο λαχάνιασμα και κόπωση. Δεν ανέχεται τη ζέστη, και είναι χαρακτηριστικό ότι η όρεξή του είναι αυξημένη και ενώ τρώει συνήθως πολύ, χάνει βάρος και αδυνατίζει! Όταν η νόσος προσβάλει τα μάτια, οι ασθενείς εμφανίζουν εξόφθαλμο (προπέτεια των οφθαλμών). Γενικά ο υπερθυρεοειδισμός είναι μια κατάσταση κατά την οποία έχουμε ένα «ζωηρό» θυρεοειδή που εκκρίνει μεγαλύτερες από το φυσιολογικό ποσότητες θυρεοειδικών ορμονών και ο υποθυρεοειδισμός, κατάσταση κατά την οποία ο θυρεοειδής «τεμπελιάζει» και εκκρίνει μειωμένη ποσότητα ορμονών.  Ο όρος βρογχοκήλη που τόσο συχνά ακούγεται στις παθήσεις του θυρεοειδούς, αναφέρεται στο μέγεθος του αδένα και απλά σημαίνει διόγκωσή του, που γίνεται εύκολα αντιληπτή ως πρήξιμο στο λαιμό και προκαλεί πολλές φορές ανησυχία στον ασθενή. Τέλος μπορεί να εμφανιστεί σε κάποιο σημείο μέσα στο θυρεοειδικό ιστό ένα ή περισσότερα ογκίδια, που ονομάζονται όζοι. Οι όζοι είναι συνήθως στρογγυλοί και πιο σκληροί από τον αδένα και αποτελούν αποτέλεσμα τοπικής υπερπλασίας του αδένα με ίνωση ή κύστη ή καλοήθη όγκο. Έχει μεγάλη σημασία η παρακολούθηση αυτών των όζων, γιατί κάποιοι από αυτούς, ευτυχώς λίγοι, μπορεί να κρύβουν κακοήθεια

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΟΥ ΘΥΡΕΟΕΙΔΟΥΣ

Πρόκειται για μια μορφή καρκίνου (< 1% όλων των καρκίνων ) έχει καλή πρόγνωση και διακρίνεται σε δύο μορφές:

Το μυελοειδές καρκίνωμα, που προέρχεται από τα παραθυλακιώδη κύτταρα και είναι το λιγότερο συχνό, και τα καρκινώματα που προέρχονται από τα θυλακιώδη κύτταρα και είναι τα συχνότερα (θηλώδη και θυλακιώδη καρκινώματα).

Στις περισσότερες περιπτώσεις ανευρίσκεται τυχαία, υπό μορφή μονήρους όζου (τοπικής διόγκωσης) μετά από κλινική εξέταση ή μετά από παρατήρηση του ίδιου του ασθενή ή κάποιου ατόμου του περιβάλλοντός του. Κάποιες φορές η διάγνωση γίνεται μετεγχειρητικά, μετά από αφαίρεση του αδένα, που έγινε για θεραπεία βρογχοκήλης.

Η πιο αποτελεσματική προεγχειρητική μέθοδος για τη διαφορική διάγνωση μεταξύ καλοήθους όζου και καρκίνου είναι η κυτταρολογική εξέταση υλικού από παρακέντηση με λεπτή βελόνα (FNA), αν και σε κάποιες περιπτώσεις απαιτείται ιστολογική διάγνωση, δηλαδή αυτή που προκύπτει μετά την χειρουργική αφαίρεση του αδένα. Οι περισσότεροι ασθενείς υποβάλλονται αρχικά σε θυρεοειδεκτομή, και όλοι μετεγχειρητικά λαμβάνουν ορμονοθεραπεία. Μερικοί ασθενείς πρέπει να λάβουν ραδιενεργό ιώδιο, ενώ σπάνια προτείνεται ακτινοθεραπεία και ακόμη πιο σπάνια, χημειοθεραπεία.

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ Ο ΕΝΔΟΚΡΙΝΟΛΟΓΟΣ

Για την σωστή διάγνωση και αντιμετώπιση των παθήσεων του θυρεοειδούς είναι απαραίτητο:

  • Λήψη του ιατρικού ιστορικού.

Σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από όλο και μεγαλύτερα επιτεύγματα της τεχνολογίας, μερικές φορές είναι δύσκολο να πιστέψουμε πως το ιατρικό ιστορικό του ασθενούς εξακολουθεί να είναι το πιο σημαντικό τμήμα της διαγνωστικής διαδικασίας. Το ιατρικό ιστορικό παραμένει ο σημαντικότερος δείκτης, γιατί δείχνει το δρόμο προς τις διαδικασίες που είναι οι πιο ενδεδειγμένες για την κάθε περίπτωση.

  • Γενική αντικειμενική εξέταση του ασθενούς εστιάζοντας στην εύρεση σημείων που υποδηλώνουν δυσλειτουργία του θυρεοειδούς
  • ψηλάφηση του θυρεοειδούς.

 

ΠΟΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΘΥΡΕΟΕΙΔΟΠΑΘΕΙΑΣ

Οι εξετάσεις του θυρεοειδούς που βοηθούν στην επιβεβαίωση της κλινικής μας διάγνωσης περιλαμβάνουν

  • Αιματολογικός έλεγχος με:

fT4 (ελεύθερη θυροξίνη) -T4 (θυροξίνη), Τ3 (τριϊωδοθυρονίνη): οι παραγόμενες από το θυρεοειδή ορμόνες ή/και τα βιολογικά δραστικά κλάσματά τους.

TSH (θυρεοτρόπος ορμόνη) : η υποφυσιακή ορμόνη που ρυθμίζει τη λειτουργία του θυρεοειδούς, από τη μέτρηση της οποίας εξάγονται συμπεράσματα για την υπο/υπερ- λειτουργία του.

Αnti-TPO (αντιθυρεοειδικά αντισώματα), anti-TG (αντιθυρεοσφαιρινικά αντισώματα) : τα κύρια αντιθυρεοειδικά αντισώματα. Οι αναλύσεις μπορούν να προβλέψουν αρχόμενη δυσλειτουργία του αδένα και χρησιμοποιούνται για τη διαπίστωση της θυρεοειδίτιδας Hashimoto και της ασθένειας Graves  (μπορεί να είναι αναγκαίος και ο προσδιορισμός των αντισωμάτων  έναντι του TSH- ΤSI)

 

Θυρεοσφαιρίνη (TG), καλσιτονίνη (CT), CEA (καρκινοεμβρυϊκό αντιγόνο) : δείκτες με τους οποίους μπορούν να ανιχνευθούν νεοπλασίες και καρκινώματα στον αδένα. Οι αναλύσεις προτείνονται σε περιπτώσεις που υπάρχουν ενδείξεις νεοπλασματικού νοσήματος.

  • Απεικονιστικός έλεγχος με:

Υπερηχογράφημα,

Σπινθηρογράφημα του θυρεοειδούς αδένα, 

Αξονική ή μαγνητική τομογραφία

3) Παρακέντηση υπό καθοδήγηση υπερήχων, όταν υπάρχει όζος.

Η καθεμιά από τις παραπάνω εξετάσεις έχει την ιδιαίτερη ένδειξή της ανάλογα με την κλινική εικόνα της θυρεοειδικής νόσου. Για την παρακέντηση αξίζει να αναφέρουμε ότι είναι πλέον πρώτης γραμμής εξέταση στη διερεύνηση των όζων του θυρεοειδούς. Η διαδικασία είναι απλή, γρήγορη, χωρίς πόνο και χωρίς κίνδυνο να γίνει διασπορά καρκινικών κυττάρων σε περίπτωση κακοήθους όζου.

ΠΡΟΛΗΨΗ, ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΤΟΥ ΘΥΡΕΟΕΙΔΟΥΣ

Η αξιολόγηση της θυρεοειδικής λειτουργίας σε ασυμπτωματικούς ασθενείς ενδείκνυται στις παρακάτω κατηγορίες ατόμων:

  • Γυναίκες στην αρχή της εγκυμοσύνης ή νωρίτερα εάν υπάρχει οικογενειακή προδιάθεση για θυρεοειδοπάθεια
  • Άτομα που πάσχουν από άλλα αυτοάνοσα νοσήματα (π.χ ρευματοειδής αρθρίτιδα, λεύκη, κοιλιοκάκη, νόσος του Crohn, κατά πλάκα σκληρυνση, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1, ανεπάρκεια των επινεφριδίων)
  • Άτομα με συγγενείς πρώτου βαθμού που πάσχουν από θυρεοειδοπάθεια
  • Γυναίκες στην εμμηνοπαυσιακή ηλικία και γενικώς άτομα > 65 χρονών

Οι περισσότερες παθήσεις του θυρεοειδούς αντιμετωπίζονται επαρκώς με φαρμακευτική αγωγή. Η παρακολούθηση θα πρέπει να είναι συστηματική, για να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η χειρουργική αντιμετώπιση αποτελεί λύση όταν τα αποτελέσματα είναι ανεπαρκή με τα φάρμακα ή όταν πρέπει να εξαιρεθεί ο θυρεοειδής (πχ σε ευμεγέθη ή/και καταδυόμενη βρογχοκήλη με συμπιεστικά συμπτώματα ή σε καρκίνο).