Healthy longevity cannot be bought

The medicine of healthy longevity is grounded in evidence, rules, and boundaries. So-called “biohacking,” on the other hand, usually comes with a price list. The recent death of singer Giorgos Mazonakis should not be viewed as an isolated accident, but rather as a warning of what happens when medical procedures are divorced from clinical indications, protocols, and accountability. From Hippocrates to the present day, medicine has never been a marketplace for selling promises; it is a science that serves humanity through knowledge, moderation, and the guiding principle of “Do no harm.”

Geroscience has indeed made spectacular progress. We now understand many of the mechanisms of aging – genomic instability, mitochondrial dysfunction, cellular senescence, and chronic inflammation, as well as psychosocial isolation. We possess epigenetic and proteomic “clocks” capable of estimating biological age. Yet, this scientific advancement has also spawned a parallel industry that borrows the terminology of the field without adopting its methodology.

“Blood cleansing,” “detoxification,” intravenous vitamin cocktails, peptides of dubious origin, ozone therapy, plasma from young donors, and “stem cells” are frequently marketed as shortcuts to youth. Their common feature is not that they are all equally dangerous. Rather, it is that there is no proof, derived from adequate randomized human studies, that they prolong healthy life, even though they are often promoted as if such proof already existed.

A prime example is plasmapheresis: a serious hospital-based treatment for specific autoimmune and hematological disorders, not a routine “blood cleansing” procedure for wellness. It requires a clear medical indication, a specialized team, appropriate equipment, and the capacity to immediately manage complications. Most intravenous vitamin and peptide infusions result in nothing more than expensive urine, at best. Anyone claiming that a medical procedure has no side effects or contraindications reveals a lack of medical reasoning. No treatment is without potential cost – not even aspirin.

Authentic longevity medicine begins with diagnosis, not sales. It entails taking a medical history and conducting a clinical examination, laboratory evaluation, and assessments of cardiometabolic risk, physical function, sleep, and mental health. Every intervention must address three questions: what is the indication, what is the evidence, and what is the risk? If the answer is determined instead by the “client’s” financial means, we have abandoned medicine.

Evidence, while far less spectacular, is far more robust than “miracle” regimens. Good cardiorespiratory fitness, daily physical activity, and muscle strengthening are linked to significantly lower mortality rates. The Mediterranean diet reduces cardiovascular events. Controlling blood pressure, LDL cholesterol, and blood sugar levels, along with cutting smoking, adequate sleep, vaccinations, and appropriate screening, remain our most effective interventions. These are not merely trite “lifestyle tips”; they are applied preventive medicine.

The data speaks for itself. In a study of 122,000 people, the difference in mortality between the least and most fit individuals was approximately fivefold. Even 7,000 steps a day have been linked to a significantly lower risk of death, while grip strength serves as a simple indicator of overall biological reserve. The PREDIMED study demonstrated that the Mediterranean diet can reduce major cardiovascular events by approximately 30%. These interventions lack the glamour of an exotic infusion. Yet, they possess something far more valuable: reproducible data, a known benefit, and a clearer benefit-risk profile.

Experimental approaches, such as senolytics, epigenetic reprogramming, various peptides, and the use of rapamycin or metformin in healthy individuals, currently have a legitimate place only within the framework of clinical trials: involving approved protocols, ethics committee oversight, informed consent, and long-term monitoring. While initial human trials are exciting, they primarily investigate safety or specific diseases. An improvement in a biomarker does not automatically prove an extension of lifespan or a cure for aging.

Greece is well-positioned to take a leading role in healthy longevity. It boasts capable researchers and clinicians, a favorable natural environment, and the Mediterranean dietary tradition. Yet, despite high life expectancy, many of our fellow citizens spend years living with chronic diseases and disabilities. The goal is not merely to add years to life, but life to years: functionality, autonomy, mental clarity, social connection, and a sense of purpose. Longevity is, therefore, a matter of homeostasis and resilience, the organism’s ability to adapt to changes without collapsing into a state of chronic dysfunction. It is cultivated from fetal life and childhood, within the family, at school, in the workplace, and in the community. It is simultaneously an individual responsibility and a collective social good.

Precisely for this reason, clear institutional safeguards are required: defining procedures permitted only in a hospital setting, conducting substantive checks on licensing and equipment, strictly enforcing the ban on misleading medical advertising, and ensuring scientific societies take a public stand against the misuse of the term “longevity.” Silence leaves the public unprotected and allows a commercial operator to be conflated with the physician.

The future of longevity medicine is truly promising. It will emerge from the biology of aging, personalized prevention, artificial intelligence, and rigorous clinical trials. Yet, it will not arrive as a costly session offering certainties that science does not yet possess. It will come step by step, with transparency, humility, and accountability. Healthy longevity cannot be purchased as a privilege; it is cultivated throughout one’s life and safeguarded by a state and a medical community that do not allow hope to be turned into exploitation.

*Dr George Chrousos is professor emeritus of pediatrics and endocrinology at the National and Kapodistrian University of Athens and president of the Hellenic Institute of Healthy Longevity. Dr Evi Hatziandreou is a health care, research and innovation consultant and co-founder of the Hellenic Institute of Healthy Longevity.

Θύμος αδένας: Το χαμένο ρολόι της βιολογικής μας ηλικίας

Υπάρχουν όργανα που γνωρίζουμε καλά, όπως η καρδιά, ο εγκέφαλος και το ήπαρ. Υπάρχουν όμως και άλλα που εργάζονται σιωπηλά, σχεδόν αόρατα, μέχρι που η απουσία τους γίνεται αισθητή. Eνα από αυτά είναι ο θύμος αδένας, ένα μικρό όργανο πίσω από το στέρνο, το οποίο, παρά το μέγεθός του, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του ανοσοποιητικού μας συστήματος και, όπως φαίνεται ολοένα και πιο καθαρά, στη διαδικασία της γήρανσης.

Για δεκαετίες θεωρούσαμε ότι ο θύμος είναι ένα όργανο της παιδικής ηλικίας. Εκεί εκπαιδεύονται τα Τ-λεμφοκύτταρα, οι «ειδικές δυνάμεις» του ανοσοποιητικού, ώστε να αναγνωρίζουν τους εχθρούς. Μετά την εφηβεία, όμως, ο θύμος αρχίζει να συρρικνώνεται. Το λειτουργικό του παρέγχυμα αντικαθίσταται σταδιακά από λίπος, και η διαδικασία αυτή – η λεγόμενη θυμική ατροφία – θεωρήθηκε επί μακρόν ως μια φυσιολογική αλλά αδιάφορη συνέπεια της ηλικίας. Σήμερα γνωρίζουμε ότι δεν είναι καθόλου αδιάφορη.

Η γήρανση δεν είναι απλώς η φθορά του χρόνου. Είναι η σταδιακή απώλεια της ικανότητας του οργανισμού να διατηρεί την ομοιόστασή του. Στην καρδιά αυτής της διαδικασίας βρίσκεται η χρόνια, χαμηλού βαθμού φλεγμονή. Η χρόνια αυτή ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συνδέεται με σχεδόν όλες τις νόσους της τρίτης ηλικίας: αθηροσκλήρωση, σακχαρώδη διαβήτη, καρκίνο, νόσο Alzheimer, και σαρκοπενία. Το κρίσιμο ερώτημα ήταν πάντοτε: ποιος ελέγχει αυτή τη φλεγμονώδη «φωτιά»;

To Σύστημα του Στρες

Μία εντυπωσιακή πρόσφατη μελέτη έρχεται να δώσει μια πιθανή απάντηση. Οι ερευνητές έδειξαν ότι μια μικρή ορμόνη του θύμου, η θυμουλίνη, μειώνει σημαντικά τη φλεγμονώδη δραστηριότητα των μυελοειδών κυττάρων, περιορίζοντας την παραγωγή ουσιών (κυτταροκινών) που οδηγούν στη χρόνια φλεγμονή. Σε ηλικιωμένα ποντίκια, η χορήγηση θυμουλίνης επιβράδυνε την ανάπτυξη όγκων και αύξησε σημαντικά την αποτελεσματικότητα της αντικαρκινικής ανοσοθεραπείας.

Εάν τα ευρήματα αυτά επιβεβαιωθούν στον άνθρωπο, ίσως βρισκόμαστε μπροστά σε μια εντελώς νέα αντίληψη για τη βιολογία της γήρανσης. Δεν θα προσπαθούμε πλέον μόνο να αντιμετωπίζουμε τις ασθένειες που συνοδεύουν το γήρας, αλλά θα μπορέσουμε να ενισχύουμε έναν φυσικό μηχανισμό που επιβραδύνει την ίδια τη διαδικασία της βιολογικής φθοράς.

Η σημασία του θύμου, όμως, δεν περιορίζεται στην άμυνα. Πριν από περισσότερα από σαράντα χρόνια, η ερευνητική μας ομάδα, στο National Institutes of Health στις Ηνωμένες Πολιτείες, απέδειξε ότι ο θύμος επικοινωνεί άμεσα με τον άξονα υποθαλάμου – υπόφυσης – επινεφριδίων, δηλαδή με το κεντρικό σύστημα προσαρμογής του οργανισμού στο στρες. Δείξαμε ότι πεπτίδια του θύμου διεγείρουν την έκκριση ACTH, β-ενδορφίνης και κορτιζόλης στα πρωτεύοντα θηλαστικά, ενώ η αφαίρεση του θύμου μειώνει σημαντικά τα επίπεδά τους, αποδεικνύοντας την ύπαρξη μιας στενής λειτουργικής σχέσης μεταξύ ανοσοποιητικού και νευροενδοκρινικού συστήματος.

Η παρατήρηση αυτή αποτέλεσε μία από τις πρώτες αποδείξεις ότι το ανοσοποιητικό σύστημα δεν λειτουργεί ανεξάρτητα από το ενδοκρινικό, το μεταβολικό (ήπαρ) και το νευρικό. Αντίθετα, όλα μαζί συγκροτούν το ενιαίο Σύστημα του Στρες, το οποίο συντονίζει την προσαρμογή του οργανισμού σε κάθε μορφή πρόκλησης. Σήμερα, η έννοια αυτή επιβεβαιώνεται με ολοένα μεγαλύτερη σαφήνεια. Η γήρανση του θύμου οδηγεί σε λιγότερα νέα Τ-λεμφοκύτταρα, αυξημένη αυτοάνοση νοσηρότητα, μειωμένη ανοσολογική επιτήρηση έναντι του καρκίνου, μεγαλύτερη ευπάθεια στις λοιμώξεις και εντονότερη χρόνια φλεγμονή. Ουσιαστικά, ο οργανισμός χάνει σταδιακά την ικανότητά του να διακρίνει τον φίλο από τον εχθρό.

(Πώς) αναστρέφουμε τη θυμική ατροφία;

Το μεγάλο ερώτημα είναι αν μπορούμε να αναστρέψουμε αυτή τη διαδικασία. Οι πρώτες ενδείξεις είναι αισιόδοξες. Η άσκηση, η μεσογειακή διατροφή, η επαρκής βιταμίνη D, ο ποιοτικός ύπνος, η αποφυγή του χρόνιου ψυχολογικού στρες και η διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους φαίνεται ότι επιβραδύνουν τη θυμική ατροφία. Ακόμη πιο ενδιαφέρουσες είναι οι προσπάθειες αναγέννησης του θύμου μέσω αυξητικών παραγόντων, ορμονών και κυτταρικών θεραπειών, καθώς και η διερεύνηση της θεραπευτικής χρήσης της θυμουλίνης.

Δεν αποκλείεται στο μέλλον ο θύμος να αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους θεραπευτικούς στόχους της Ιατρικής της Μακροζωίας. Οπως σήμερα μετράμε τη χοληστερόλη, την αρτηριακή πίεση ή το σάκχαρο, ίσως αύριο να αξιολογούμε και τη «βιολογική ηλικία» του θύμου ως δείκτη της συνολικής ανθεκτικότητας του οργανισμού.

Η εξέλιξη αυτή αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη γήρανση. Δεν είναι μια αναπόφευκτη κατάρρευση όλων των συστημάτων ταυτόχρονα. Είναι η σταδιακή αποδιοργάνωση της επικοινωνίας μεταξύ τους. Ο θύμος βρίσκεται ακριβώς στο σταυροδρόμι αυτής της επικοινωνίας, συνδέοντας το ανοσοποιητικό, το ενδοκρινικό και το νευρικό σύστημα.

Iσως, λοιπόν, το μυστικό της υγιούς μακροζωίας να μην κρύβεται μόνο στην καρδιά ή στον εγκέφαλο, αλλά σε αυτό το μικρό, σχεδόν λησμονημένο όργανο πίσω από το στέρνο. Ο θύμος μάς θυμίζει ότι η νεότητα δεν είναι απλώς θέμα χρονολογικής ηλικίας. Είναι κυρίως η ικανότητα του οργανισμού να μαθαίνει, να προσαρμόζεται και να διατηρεί την ισορροπία του απέναντι στις αδιάκοπες προκλήσεις της ζωής. Και ίσως, τελικά, το πραγματικό αντίδοτο στη γήρανση να μην είναι η αναζήτηση της αθανασίας, αλλά η διατήρηση αυτής της πολύτιμης ικανότητας προσαρμογής που ο θύμος υπηρέτησε πιστά από την πρώτη ημέρα της ζωής μας.

Ο Χαράλαμπος Μ. Μουτσόπουλος και o Γεώργιος Π. Χρούσος είναι ιατροί – ακαδημαϊκοί

ΠΗΓΗ

Οι παιδικές χαρές που εκπαιδεύουν το ανοσοποιητικό σύστημα

Για πολλές δεκαετίες θεωρήσαμε ότι η καλή παιδική χαρά είναι εκείνη που διαθέτει λείες, καθαρές επιφάνειες, άφθονο πλαστικό, καουτσούκ ή άσφαλτο και όσο το δυνατόν λιγότερο χώμα. Η επαφή του παιδιού με τη λάσπη, τα πεσμένα φύλλα και τους μικροοργανισμούς αντιμετωπίστηκε σχεδόν ως απειλή. Στην προσπάθειά μας, όμως, να δημιουργήσουμε ένα απολύτως αποστειρωμένο περιβάλλον, στερήσαμε από τον αναπτυσσόμενο οργανισμό ένα πολύτιμο φυσικό σχολείο: τη βιοποικιλότητα.

Ενα πρωτοποριακό πείραμα στη Φινλανδία προσφέρει εντυπωσιακές ενδείξεις. Σε παιδικούς σταθμούς, τμήματα αυλών καλυμμένα με χαλίκι και άσφαλτο αντικαταστάθηκαν από επιφάνειες δασικού εδάφους, με χλόη, βρύα, φυτά, πεσμένα φύλλα και φυσικό χώμα. Τα παιδιά έπαιζαν καθημερινά σε αυτά τα μικρά οικοσυστήματα, αγγίζοντας το έδαφος και φροντίζοντας τα φυτά. Μέσα σε μόλις 28 ημέρες παρατηρήθηκαν ευνοϊκές μεταβολές στη μικροβιακή ποικιλότητα του δέρματος και του εντέρου τους, μαζί με ενδείξεις καλύτερης ρύθμισης της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η αύξηση των ρυθμιστικών Τ-λεμφοκυττάρων. Πρόκειται για κύτταρα που λειτουργούν ως «φρένο» της ανοσιακής απόκρισης: βοηθούν τον οργανισμό να αμύνεται απέναντι στους πραγματικούς κινδύνους, χωρίς να στρέφεται υπερβολικά εναντίον ακίνδυνων ουσιών ή των ίδιων του των ιστών. Η σωστή ανοσιακή λειτουργία δεν είναι απλώς η μέγιστη δυνατή ενεργοποίηση της άμυνας. Είναι κυρίως η ικανότητα διάκρισης, αναλογικότητας και αυτοπεριορισμού.

Τα ευρήματα υποστηρίζουν την «υπόθεση της βιοποικιλότητας». Σύμφωνα με αυτήν, η απομάκρυνση του σύγχρονου ανθρώπου από το φυσικό περιβάλλον περιορίζει την έκθεσή του στη μεγάλη ποικιλία μικροοργανισμών με τους οποίους το ανοσοποιητικό μας σύστημα συνδιαμορφώθηκε επί χιλιετίες. Η αστικοποίηση, η απώλεια των πράσινων χώρων, οι σφραγισμένες επιφάνειες και η υπερβολική απολύμανση φτωχαίνουν το μικροβιακό περιβάλλον της καθημερινής ζωής. Η αποσύνδεση αυτή ενδέχεται να συμβάλει στην αύξηση των αλλεργικών, φλεγμονωδών και αυτοάνοσων νοσημάτων.

Δεν πρέπει, βεβαίως, να μετατρέψουμε μια σημαντική μελέτη σε εύκολο σύνθημα. Το παιχνίδι στο χώμα δεν αποτελεί εμβόλιο ούτε εγγυάται ότι ένα παιδί δεν θα εμφανίσει αλλεργία ή αυτοάνοσο νόσημα. Τα νοσήματα αυτά είναι πολυπαραγοντικά και προκύπτουν από τη σύνθετη αλληλεπίδραση γενετικής προδιάθεσης, διατροφής, λοιμώξεων, περιβαλλοντικών εκθέσεων και χρόνιου στρες. Χρειάζονται μεγαλύτερες και μακροχρόνιες μελέτες για να διαπιστωθεί αν οι πρώιμες ανοσολογικές μεταβολές μεταφράζονται σε ουσιαστική προστασία αργότερα στη ζωή.

Το κεντρικό μήνυμα, ωστόσο, παραμένει ισχυρό. Ο άνθρωπος είναι ένα σύνθετο οικοσύστημα. Τα μικρόβια του δέρματος και του εντέρου μας δεν είναι απλοί επιβάτες, αλλά συνομιλητές του ανοσοποιητικού, του μεταβολισμού, ακόμη και του εγκεφάλου. Η πλούσια και ισορροπημένη μικροβιακή έκθεση στην παιδική ηλικία εκπαιδεύει την αλλόσταση, δηλαδή την ικανότητα του οργανισμού να προσαρμόζεται στις μεταβολές χωρίς να χάνει τη λειτουργική του ισορροπία. Αντίθετα, ένα μονότονο, άκαμπτο και υπερβολικά αποστειρωμένο περιβάλλον μπορεί να περιορίζει αυτή την εκπαίδευση.

Αλλο πράγμα, ασφαλώς, είναι η ωφέλιμη επαφή με το φυσικό έδαφος και άλλο η έκθεση σε περιττώματα, τοξικές ουσίες, μολυσμένα νερά ή επικίνδυνα απορρίμματα. Η επιστροφή στη φύση δεν σημαίνει εγκατάλειψη της υγιεινής. Σημαίνει εγκατάλειψη της ψευδαίσθησης ότι κάθε μικροοργανισμός αποτελεί εχθρό. Το σωστό πλύσιμο των χεριών, η ασφάλεια των τροφίμων και η πρόληψη των λοιμώξεων παραμένουν απαραίτητα. Δεν χρειάζεται, όμως, να απολυμαίνουμε αδιάκοπα κάθε επιφάνεια ούτε να εμποδίζουμε τα παιδιά να αγγίζουν χώμα, φυτά και φύλλα.

Η αλλαγή των παιδικών χαρών δεν απαιτεί τη δημιουργία μεγάλων δασών στο κέντρο των πόλεων. Ακόμη και μικρές «νησίδες ζωής» μπορούν να κάνουν τη διαφορά: παρτέρια με ενδημικά φυτά, φυσικό χώμα, κορμοί, θάμνοι, μικροί λαχανόκηποι, σημεία με φύλλα και βρύα. Οι λύσεις αυτές προσφέρουν παράλληλα σκιά, περιορίζουν τη θερμότητα των σκληρών επιφανειών, απορροφούν το νερό της βροχής και επιτρέπουν στα παιδιά πιο δημιουργικό και ελεύθερο παιχνίδι. Η ωφέλεια επομένως είναι ανοσολογική, ψυχική, κινητική, κοινωνική και οικολογική.

Το ζήτημα αφορά και την κοινωνική δικαιοσύνη. Δεν έχουν όλες οι οικογένειες κήπο ούτε μπορούν όλα τα παιδιά να επισκέπτονται τακτικά ένα δάσος. Οι αυλές των δημόσιων σχολείων και των παιδικών σταθμών μπορούν να γίνουν χώροι ισότιμης πρόσβασης στη φύση. Η επαναφορά της βιοποικιλότητας στις πόλεις δεν είναι διακοσμητική πολυτέλεια, αλλά πιθανή επένδυση στη δημόσια υγεία.

Ηρθε, λοιπόν, η ώρα να επανεξετάσουμε τι εννοούμε όταν λέμε «καθαρό» και «ασφαλές» περιβάλλον. Μια γκρίζα αυλή χωρίς χώμα μπορεί να φαίνεται τακτική, αλλά να είναι βιολογικά φτωχή. Αντίθετα, ένα παιδί με λίγο χώμα στα χέρια και φύλλα στα ρούχα του μπορεί να βρίσκεται σε δημιουργικό διάλογο με τον φυσικό κόσμο. Τα παιδιά σίγουρα χρειάζονται προστασία από τους πραγματικούς κινδύνους. Χρειάζονται όμως και τη φύση, όχι μόνο για να παίξουν, αλλά και για να μάθει ο οργανισμός τους πώς να ζει αρμονικά μέσα στην πολυπλοκότητα της ζωής.

Ο Γεώργιος Π. Χρούσος είναι ακαδημαϊκός, ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας, επικεφαλής στην έδρα της UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής, ΕΚΠΑ, πρόεδρος στο Ελληνικό Ινστιτούτο Pasteur

ΠΗΓΗ

Καθηγητής Χρούσος: Η Ελλάδα χρειάζεται την Ιατρική του Τρόπου Ζωής για να επιβιώσει και να ευημερήσει αλλά με θεσμική θωράκιση

Ο καθηγητής Γεώργιος Π. Χρούσος, ακαδημαϊκός, ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας, επικεφαλής στην έδρα της UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής, ΕΚΠΑ, πρόεδρος στο Ελληνικό Ινστιτούτο Pasteur αναφέρεται στο πόσο σημαντική είναι η Ιατρική του Τρόπου Ζωής με αφορμή τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη στην κλινική Stem Cell στο Κολωνάκι.

Όπως ο ίδιος τονίζει ότι αν οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση ασκούσαν μη τεκμηριωμένες πρακτικές υπό τον μανδύα της Ιατρικής του Τρόπου Ζωής, αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να συγκαλυφθεί αλλά ούτε και να χρησιμοποιηθεί για να καταδικαστεί ένας ολόκληρος επιστημονικός κλάδος.

«Θα ήταν σαν να απορρίπταμε τη χειρουργική επειδή κάποιος χρησιμοποίησε νυστέρι χωρίς γνώση και ευθύνη. Η απάντηση, επομένως, δεν είναι η υποχώρηση αλλά η θεσμική θωράκιση του πεδίου και αυτών που το υπηρετούν με γνώση, υπευθυνότητα και συνέπεια. Συνεπώς, χρειαζόμαστε σαφή ορισμό του πεδίου και των επαγγελματικών αρμοδιοτήτων, πιστοποιημένη εκπαίδευση, ελάχιστα πρότυπα ασφάλειας, μητρώο κατάλληλα καταρτισμένων επαγγελματιών, απαγόρευση παραπλανητικών τίτλων, έλεγχο διαφημιστικών ισχυρισμών και αυστηρές κυρώσεις για όσους θέτουν ζωές σε κίνδυνο. Χρειαζόμαστε επίσης ενσωμάτωση της πρόληψης στην πρωτοβάθμια φροντίδα, στα νοσοκομεία και στην ιατρική εκπαίδευση, με κοινές κατευθυντήριες οδηγίες των επιστημονικών εταιρειών» υπογραμμίζει.

Δείτε παρακάτω όλο το άρθρο του καθηγητή Χρούσου:

Η Ελλάδα βρίσκεται ενώπιον μιας αθόρυβης αλλά βαθιάς εθνικής κρίσης. Δεν απειλείται μόνο η υγεία μεμονωμένων πολιτών· απειλούνται η πνευματική της δύναμη, η ψυχική της συνοχή, η σωματική της αντοχή και, τελικά, η δημογραφική και παραγωγική της επιβίωση. Η υπερβαρότητα και η παχυσαρκία, ο σακχαρώδης διαβήτης, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, ο καρκίνος και άλλα χρόνια μη μεταδιδόμενα νοσήματα συνυπάρχουν με άγχος, κατάθλιψη, εξουθένωση, βία και απώλεια νοήματος. Στα παιδιά και στους εφήβους προστίθενται η καθιστική ζωή, η διαταραχή του ύπνου, η ψηφιακή υπερδιέγερση και η εξασθένηση της προσοχής και της μάθησης. Δεν πρόκειται για ασύνδετα φαινόμενα, αλλά για διαφορετικές εκφράσεις μιας κοινής απορρύθμισης.

Τα δεδομένα είναι σαφή. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αποδίδει τη μεγάλη πλειονότητα των θανάτων στη χώρα μας στα μη μεταδιδόμενα νοσήματα, ενώ πρόσφατη ανάλυση του ΟΟΣΑ εκτιμά ότι περισσότερες από τις μισές πρόωρες απώλειες ζωής στην Ελλάδα συνδέονται με τέσσερις μεγάλες κατηγορίες χρόνιων νοσημάτων. Η παχυσαρκία παραμένει ιδιαίτερα συχνή και η παιδική παχυσαρκία αποτελεί βαριά υποθήκη για το μέλλον. Παράλληλα, η υπογεννητικότητα και η μειωμένη γονιμότητα συναντούν μια κοινωνία που γερνά, ασθενεί και δυσκολεύεται να ανανεώσει τις βιολογικές, ψυχικές και διανοητικές της εφεδρείες.

Η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στον καθημερινό τρόπο ζωής: στην κακή ποιότητα τροφής, στην υπερκατανάλωση και στα υπερεπεξεργασμένα προϊόντα· στην έλλειψη κίνησης· στον ανεπαρκή και άτακτο ύπνο· στο κάπνισμα και στην υπερβολική χρήση αλκοόλ· στην απομάκρυνση από το φυσικό φως και τη φύση· στη μοναξιά και στην απώλεια κοινωνικών δεσμών· στο χρόνιο, ανεξέλεγκτο στρες. Ο οργανισμός μπορεί να προσαρμόζεται, αλλά όχι χωρίς όριο. Όταν η αλλόσταση γίνεται μόνιμη, το τίμημά της μετατρέπεται σε κακόσταση: φλεγμονή, μεταβολική δυσλειτουργία, ψυχική διαταραχή, πρόωρη γήρανση και νόσο.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται η αποστολή της τεκμηριωμένης Ιατρικής του Τρόπου Ζωής (Lifestyle Medicine). Δεν είναι εναλλακτική ιατρική, δεν είναι ιδεολογία, δεν είναι εμπορική μόδα και ασφαλώς δεν είναι υποκατάστατο της διάγνωσης, της φαρμακοθεραπείας ή της χειρουργικής όταν αυτές απαιτούνται. Είναι η συστηματική εφαρμογή της καλύτερης επιστημονικής γνώσης για την πρόληψη και τη θεραπευτική υποστήριξη των χρόνιων νοσημάτων, με παρεμβάσεις στη διατροφή, στη σωματική δραστηριότητα, στον ύπνο, στη διαχείριση του στρες, στις εξαρτήσεις και στις ανθρώπινες σχέσεις. Ασκείται από κατάλληλα εκπαιδευμένους επαγγελματίες υγείας, με κλινική αξιολόγηση, μετρήσιμους στόχους, παρακολούθηση, συναίνεση και λογοδοσία.

Η ιδέα αυτή δεν είναι ξένη προς την Ελλάδα. Η λέξη «δίαιτα» στην αρχαία ελληνική σήμαινε τρόπο ζωής. Η Ιπποκρατική παράδοση συνέδεσε την υγεία με την τροφή, την κίνηση, τον ύπνο, το περιβάλλον, τις εποχές και την ιδιοσυγκρασία του ανθρώπου. Όμως δεν δικαιούμαστε να επικαλούμαστε τον Ιπποκράτη για να νομιμοποιούμε αυθαίρετες πρακτικές. Η αυθεντική επιστροφή στην ελληνική αυτή κληρονομιά περνά από τη σύγχρονη επιστημονική μέθοδο: τεκμήρια, ασφάλεια, εξατομίκευση, έλεγχο αποτελεσματικότητας και, πάνω απ’ όλα, το «ωφελέειν ή μη βλάπτειν».

Ο πρόσφατος τραγικός θάνατος, ο οποίος συνδέθηκε δημόσια με πρόσωπα που φέρονται να ασκούσαν μη τεκμηριωμένες πρακτικές υπό τον μανδύα της Ιατρικής του Τρόπου Ζωής, απαιτεί πλήρη διερεύνηση από τη Δικαιοσύνη και τα αρμόδια επιστημονικά όργανα. Απαιτεί επίσης απόλυτο σεβασμό στην οικογένεια και στο τεκμήριο της αθωότητας μέχρι την οριστική κρίση. Ένα περιστατικό πιθανής αντιεπιστημονικής ή παράνομης άσκησης δεν πρέπει ούτε να συγκαλυφθεί ούτε να χρησιμοποιηθεί για να καταδικαστεί ένας ολόκληρος επιστημονικός κλάδος. Θα ήταν σαν να απορρίπταμε τη χειρουργική επειδή κάποιος χρησιμοποίησε νυστέρι χωρίς γνώση και ευθύνη.

Με αφορμή την αυθαίρετη σύνδεση, στον δημόσιο διάλογο, αντιεπιστημονικών ή μη τεκμηριωμένων πράξεων και πρακτικών με την επιστημονικά τεκμηριωμένη Ιατρική του Τρόπου Ζωής, επισημαίνουμε με απόλυτη σαφήνεια ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε επιστημονική ή θεσμική σχέση μεταξύ τους. Οι πρακτικές που έχουν αναφερθεί δημόσια σε σχέση με το πρόσφατο τραγικό περιστατικό δεν παρουσιάζονταν ως Ιατρική του Τρόπου Ζωής, αλλά συνδέονταν, σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, με άλλους αυτοπροσδιορισμούς και πρακτικές, όπως η αποκαλούμενη «κβαντική» ή «σαμανική» ιατρική. Η σύγχυσή τους με τη Lifestyle Medicine είναι επομένως επιστημονικά αβάσιμη και δημιουργεί μια εσφαλμένη εικόνα για ένα διακριτό, διεθνώς αναπτυσσόμενο και επιστημονικά τεκμηριωμένο πεδίο της σύγχρονης ιατρικής.

Η απάντηση στα παραπάνω, επομένως, δεν είναι η υποχώρηση αλλά η θεσμική θωράκιση του πεδίου της Ιατρικής του Τρόπου Ζωής και αυτών που το υπηρετούν με γνώση, υπευθυνότητα και συνέπεια. Συνεπώς, χρειαζόμαστε σαφή ορισμό του πεδίου και των επαγγελματικών αρμοδιοτήτων, πιστοποιημένη εκπαίδευση, ελάχιστα πρότυπα ασφάλειας, μητρώο κατάλληλα καταρτισμένων επαγγελματιών, απαγόρευση παραπλανητικών τίτλων, έλεγχο διαφημιστικών ισχυρισμών και αυστηρές κυρώσεις για όσους θέτουν ζωές σε κίνδυνο. Χρειαζόμαστε επίσης ενσωμάτωση της πρόληψης στην πρωτοβάθμια φροντίδα, στα νοσοκομεία και στην ιατρική εκπαίδευση, με κοινές κατευθυντήριες οδηγίες των επιστημονικών εταιρειών.

Η αλλαγή, όμως, δεν μπορεί να περιοριστεί στο ιατρείο. Το υγιές σχολείο, η καθημερινή άσκηση, η μεσογειακή διατροφή, η προστασία του ύπνου, η κοινωνική και συναισθηματική μάθηση, οι πράσινες πόλεις, η υγιεινή εργασία και η στήριξη της οικογένειας είναι πολιτικές εθνικής ασφάλειας. Η ατομική ευθύνη έχει νόημα μόνο όταν το περιβάλλον καθιστά την υγιεινή επιλογή προσιτή, κατανοητή και εφικτή για όλους, όχι προνόμιο των εύπορων.

Προτείνω, συνεπώς, μια εθνική συμμαχία Υγείας και Παιδείας, με μετρήσιμους δεκαετείς στόχους για την παχυσαρκία, τη φυσική δραστηριότητα, τον ύπνο, το κάπνισμα και την ψυχική ευεξία. Ένα ανεξάρτητο παρατηρητήριο θα δημοσιοποιεί κάθε χρόνο την πρόοδο. Ό,τι δεν μετριέται εύκολα λησμονείται· ό,τι μετριέται με διαφάνεια μπορεί να γίνει κοινή ευθύνη και εθνικό επίτευγμα.

Η Ελλάδα γέννησε την ιδέα ότι η υγεία είναι ισορροπία ανθρώπου, κοινωνίας και περιβάλλοντος. Σήμερα καλείται να την επαναφέρει, όχι ως νοσταλγία αλλά ως σύγχρονο σχέδιο αναγέννησης. Να προστατεύσει τον πολίτη από την αγυρτεία, χωρίς να πετάξει μαζί με τα απόνερα και το πολύτιμο παιδί της επιστημονικής πρόληψης. Να ενώσει την Ιπποκρατική σοφία με τη βιοϊατρική τεκμηρίωση και τη δημόσια πολιτική. Αν αλλάξουμε συλλογικά τρόπο ζωής, μπορούμε να κερδίσουμε χρόνια υγιούς ζωής, καθαρότερο νου, μεγαλύτερη ψυχική ανθεκτικότητα, παραγωγικότητα και δημογραφική ελπίδα. Αυτό δεν είναι μια ακόμη υγειονομική επιλογή. Είναι όρος εθνικής συνέχειας, αξιοπρέπειας και ελευθερίας.

 

ΠΗΓΗ

Η Τεχνητή νοημοσύνη στην ιατρική χρειάζεται όρια

Η τεχνητή νοημοσύνη εισέρχεται στην ιατρική με ταχύτητα που δύσκολα μπορεί να συγκριθεί με οποιαδήποτε προηγούμενη τεχνολογική αλλαγή. Μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, όπως εκείνα που βρίσκονται πίσω από το ChatGPT και άλλα εξειδικευμένα συστήματα, συντάσσουν ιατρικά σημειώματα, συνοψίζουν φακέλους ασθενών, αναζητούν βιβλιογραφία, προτείνουν διαγνώσεις και υποστηρίζουν θεραπευτικές αποφάσεις. Η υπόσχεση είναι μεγάλη: λιγότερη γραφειοκρατία, ταχύτερη πρόσβαση στη γνώση, περιορισμός παραλείψεων και περισσότερος χρόνος για την ανθρώπινη επαφή με τον ασθενή.

Ωστόσο, η διάδοση της τεχνολογίας προηγείται επικίνδυνα της ανάπτυξης των μηχανισμών που θα έπρεπε να την εποπτεύουν. Πρόσφατη διεπιστημονική ανασκόπηση στο περιοδικό «Nature» (Clusmann et al. 2026) επισημαίνει ότι τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα χρησιμοποιούνται ήδη στην κλινική πράξη, συχνά χωρίς θεσμικές οδηγίες, σαφείς κανόνες ή καθορισμένη ευθύνη. Ετσι δημιουργείται μια νέα πραγματικότητα: η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι πλέον ένα μελλοντικό ενδεχόμενο, αλλά ένας άτυπος, συχνά αόρατος συνεργάτης του γιατρού.

Το πρώτο και πιο γνωστό πρόβλημα είναι οι λεγόμενες «παραισθήσεις», «ψευδαισθήσεις» και «παραληρήματα» των μοντέλων. Ενα σύστημα μπορεί να παράγει μια απάντηση απολύτως πειστική, γλωσσικά άψογη και επιστημονικοφανή, η οποία όμως είναι τελείως λανθασμένη. Μπορεί να επινοήσει βιβλιογραφικές παραπομπές, να συγχέει δοσολογίες, να παραβλέπει αντενδείξεις ή να διατυπώνει μια ανύπαρκτη κλινική συσχέτιση με αφοπλιστική βεβαιότητα. Στη γενική ενημέρωση ένα τέτοιο σφάλμα είναι ενοχλητικό. Στην ιατρική μπορεί να γίνει επικίνδυνο.

Υπάρχει, όμως, και ένα συστηματικό αλγοριθμικό πρόβλημα. Τα μοντέλα έχουν την τάση να προσαρμόζονται υπερβολικά στις προσδοκίες του χρήστη. Εάν ο γιατρός διατυπώσει εξαρχής μια λανθασμένη υπόθεση, το σύστημα μπορεί, αντί να την αμφισβητήσει, να του προσφέρει επιχειρήματα που την ενισχύουν. Εδώ συναντώνται δύο γνωστές ανθρώπινες αδυναμίες: η προκατάληψη επιβεβαίωσης, δηλαδή η τάση να αναζητούμε στοιχεία που συμφωνούν με όσα ήδη πιστεύουμε, και η προκατάληψη αυτοματοποίησης, δηλαδή η υπερβολική εμπιστοσύνη στην απάντηση μιας μηχανής. Το ύφος της τεχνητής νοημοσύνης επιτείνει τον κίνδυνο. Ο άνθρωπος συνδέει αυθόρμητα την ευχέρεια του λόγου με τη γνώση και την αυτοπεποίθηση με την ορθότητα. Το μοντέλο, όμως, δεν «γνωρίζει» με την ανθρώπινη έννοια. Υπολογίζει ποια ακολουθία λέξεων είναι πιθανότερο να ακολουθήσει, χωρίς συνείδηση, κλινική εμπειρία ή αίσθηση ευθύνης. Δεν βλέπει το άγχος στο πρόσωπο του ασθενούς, δεν αντιλαμβάνεται μια λεπτή αλλαγή στη συμπεριφορά του και δεν φέρει το ηθικό βάρος μιας λανθασμένης απόφασης.

Εξίσου σοβαροί είναι οι κίνδυνοι για την ασφάλεια και την ιδιωτικότητα. Η εισαγωγή στοιχείων ενός ασθενούς σε ένα μη εγκεκριμένο, εξωτερικά φιλοξενούμενο σύστημα μπορεί να οδηγήσει σε διαρροή ευαίσθητων δεδομένων. Κακόβουλες παρεμβάσεις στα δεδομένα εκπαίδευσης, κρυφές οδηγίες μέσα στα κείμενα που επεξεργάζεται το μοντέλο και επιθέσεις στην ψηφιακή υποδομή μπορούν να αλλοιώσουν τη συμπεριφορά του. Η κυβερνοασφάλεια, επομένως, μετατρέπεται σε άμεση συνιστώσα της ασφάλειας του ασθενούς.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η «σκιώδης χρήση»: γιατροί και άλλοι επαγγελματίες χρησιμοποιούν δημόσια εργαλεία χωρίς επίσημη έγκριση του νοσοκομείου και χωρίς να γνωρίζει ο ασθενής ότι τα δεδομένα ή η περίπτωσή του υποβάλλονται σε αλγοριθμική επεξεργασία. Η απαγόρευση από μόνη της δεν θα λύσει το πρόβλημα. Πιθανότερα θα το ωθήσει βαθύτερα στη σκιά. Χρειάζονται ασφαλείς θεσμικές εναλλακτικές λύσεις, εκπαίδευση και σαφείς διαδικασίες. Κάθε νοσοκομείο οφείλει να γνωρίζει ποια συστήματα χρησιμοποιούνται, για ποιον σκοπό, με ποια δεδομένα και υπό την ευθύνη ποιου. Απαιτούνται τοπικές διεπιστημονικές ομάδες εποπτείας, αποτελούμενες από κλινικούς γιατρούς, ειδικούς της πληροφορικής και της κυβερνοασφάλειας, νομικούς, ειδικούς βιοηθικούς και εκπροσώπους των ασθενών. Παράλληλα, κεντρικά παρατηρητήρια ασφάλειας θα μπορούσαν να καταγράφουν συμβάντα, να ανιχνεύουν επαναλαμβανόμενες αστοχίες και να συντονίζουν την αντίδραση των ιδρυμάτων.

Η ρύθμιση πρέπει επίσης να αλλάξει χαρακτήρα. Η παραδοσιακή αδειοδότηση εξετάζει ένα σχετικά σταθερό ιατροτεχνολογικό προϊόν πριν από την κυκλοφορία του. Ενα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, όμως, μπορεί να ενημερώνεται, να προσαρμόζεται και να αλλάζει συμπεριφορά. Δεν αρκεί, επομένως, μία αρχική πιστοποίηση. Χρειάζονται συνεχής αξιολόγηση, έλεγχος μετά την εφαρμογή, καταγραφή των αλλαγών και δυνατότητα άμεσης αναστολής όταν εμφανίζεται σοβαρός κίνδυνος.

Η σωστή απάντηση δεν είναι να απορρίψουμε την τεχνητή νοημοσύνη. Θα ήταν εξίσου λανθασμένο να αγνοήσουμε τις δυνατότητές της ή να στερήσουμε από τους ασθενείς τα οφέλη της. Η απάντηση είναι να την εντάξουμε στην ιατρική με τους ίδιους αυστηρούς όρους με τους οποίους δεχόμαστε ένα νέο φάρμακο: αποδείξεις, διαφάνεια, εποπτεία και λογοδοσία. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γίνει ένας ισχυρός γνωσιακός ενισχυτής του γιατρού, όχι όμως ο αντικαταστάτης της κρίσης του. Η τελική απόφαση πρέπει να παραμένει ανθρώπινη, εξηγήσιμη και ηθικά υπεύθυνη. Διότι στην ιατρική το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν μια τεχνολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί, αλλά αν χρησιμοποιείται με τρόπο που υπηρετεί τον άνθρωπο χωρίς να υπονομεύει την ασφάλεια, την αξιοπρέπεια και την εμπιστοσύνη του.

Ο Γεώργιος Π. Χρούσος είναι ακαδημαϊκός, ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας, επικεφαλής στην έδρα της UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής, ΕΚΠΑ και πρόεδρος στο Ελληνικό Ινστιτούτο Pasteur

ΠΗΓΗ

Ζούμε πιο πολύ, αλλά όχι υγιείς

Από το 1990 για κάθε πέντε χρόνια ζωής που κέρδισε η ανθρωπότητα, το ένα ήταν χρόνος ασθένειας. Ζούμε περισσότερο, όχι όμως καλύτερα – το τεκμηρίωσε η μελέτη του Global Burden of Disease στο Lancet Public Health, που ήδη απασχόλησε τον Τύπο. Από το 1990 έως το 2023 το «χάσμα νοσηρότητας» –τα χρόνια που ζούμε ζωντανοί, αλλά όχι υγιείς– διευρύνθηκε από 8,8 σε 10,7 έτη. Αύξηση 22% σε μία γενιά, σε 203 από τις 204 χώρες. Η υπόθεση του Τζ. Φράις ότι η ιατρική πρόοδος θα συμπίεζε την ασθένεια σε ένα σύντομο τελικό παράθυρο ελέγχθηκε 45 χρόνια μετά – και δεν επιβεβαιώθηκε.

Πίσω από τον παγκόσμιο τίτλο, όμως, κρύβονται όσα αφορούν εμάς – και δεν διαβάστηκαν.

Το 1990 ο μέσος Ελληνας ανέμενε 10 χρόνια ζωής σε κακή υγεία. Το 2023, 11,9 – 36η θέση παγκοσμίως. Μία γενιά προσέθεσε σχεδόν δύο χρόνια νοσηρότητας κατά κεφαλήν, χωρίς αντισταθμιστικό κέρδος υγείας. Τα μεγαλύτερα χάσματα έχουν οι πλουσιότερες χώρες: ΗΠΑ 14 έτη, Αυστραλία 13,9, Καναδάς 13,7. Εν μέρει η εξήγηση είναι αριθμητική – ζεις περισσότερο, συσσωρεύεις περισσότερα. Το υπόλοιπο είναι επιλογή πολιτικής.

Τι γεμίζει αυτά τα χρόνια; Οχι οι νόσοι των πρωτοσέλιδων. Πέντε κατηγορίες ευθύνονται για το 57,4% των ετών κακής υγείας παγκοσμίως: μυοσκελετικές παθήσεις, με πρώτη την οσφυαλγία· ψυχικές διαταραχές, κυρίως κατάθλιψη και άγχος· η βαρηκοΐα της τρίτης ηλικίας· οι πτώσεις· και τα λοιπά χρόνια νοσήματα. Καταστάσεις που σπανίως σκοτώνουν και σχεδόν ποτέ δεν χρηματοδοτούνται: χωρίς ογκολογικό τμήμα, χωρίς εθνικό σχέδιο, χωρίς εκστρατείες. Εχουν όμως το μεγαλύτερο μερίδιο στη ζωή που χάνουμε ενόσω ζούμε.

Από τη μέση ηλικία

Και το χάσμα δεν ανοίγει στα γηρατειά: διευρύνθηκε σε όλη την ενήλικη ζωή, ήδη από τη μέση ηλικία, με παράγοντες γνωστούς και τροποποιήσιμους – σάκχαρο, βάρος, κάπνισμα.

Πόσο κοστίζει η αδράνεια – και τι αποδίδει η δράση; Τον Ιούνιο του 2026 το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ δημοσίευσε με τη Marsh την έκθεση The Longevity Dividend. Το εύρημα είναι απροσδόκητα πεζό: δεν χρειάζονται νέες θεραπείες. Τρεις χαμηλής τεχνολογίας παρεμβάσεις –ακουστικά βαρηκοΐας, διαρρυθμίσεις ασφαλείας στο σπίτι, φυσική δραστηριότητα– θα απέτρεπαν έως το 2040: 400 εκατ. πτώσεις, 8,5 εκατ. περιστατικά διαβήτη, 2,4 εκατ. περιστατικά άνοιας – εξοικονόμηση 5,8 τρισ. δολαρίων σε δαπάνες υγείας. Ενα ακουστικό βαρηκοΐας κοστίζει λιγότερο από μία ημέρα νοσηλείας.

Τρεις παρεμβάσεις –ακουστικά βαρηκοΐας, διαρρυθμίσεις ασφαλείας στο σπίτι, φυσική δραστηριότητα– θα απέτρεπαν παγκοσμίως έως το 2040: 400 εκατ. πτώσεις, 8,5 εκατ. περιστατικά διαβήτη, 2,4 εκατ. περιστατικά άνοιας – εξοικονόμηση 5,8 τρισ. δολ. σε δαπάνες υγείας.

Και αυτό είναι μόνο το κατώφλι. Τον Φεβρουάριο του 2026 το McKinsey Health Institute (The Health of Nations) χαρτογράφησε σχεδόν 300 οικονομικά αποδοτικές παρεμβάσεις σε πάνω από 200 χώρες. Η κλιμάκωσή τους έως το 2050 θα μείωνε το φορτίο νόσου κατά 35%, θα έσωζε 33 εκατομμύρια ζωές και θα προσέθετε σχεδόν μία δεκαετία υγιούς ζωής στον μέσο άνθρωπο, ετήσιο όφελος 12,5 τρισ. δολάρια, 7% του παγκόσμιου ΑΕΠ, κυρίως μέσω υψηλότερης συμμετοχής στην εργασία. Κάθε δολάριο στην υγεία αποδίδει τέσσερα – ο έλεγχος υπέρτασης και καπνίσματος ακόμη περισσότερα. Το πιο αποκαλυπτικό: τα δύο τρίτα του οφέλους προέρχονται από την πρόληψη που απορροφά λιγότερο από το 2% των δαπανών υγείας. Χρηματοδοτούμε με το 2% ό,τι παράγει τα δύο τρίτα.

Δοκιμασμένες λύσεις

Το πώς δεν είναι θεωρητικό. Εφαρμόζεται ήδη. Η Ταϊλάνδη χρηματοδοτεί την πρόληψη με δεσμευμένους φόρους υγείας, θωρακισμένη από την πολιτική συγκυρία. Η Κολομβία δέσμευσε με νόμο από το 2010 τα έσοδα από τσιγάρα, αλκοόλ και τυχερά παιχνίδια υπέρ της υγειονομικής κάλυψης και το 2022 έγινε η πρώτη χώρα στον κόσμο που φορολογεί τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, κλιμακωτά με τη ζάχαρη. Το Αμπου Ντάμπι προβλέπει με τεχνητή νοημοσύνη κινδύνους υγείας πριν γίνουν νόσος. Η συνταγή είναι ρητή: η πρόληψη ως κεφαλαιακή επένδυση, με διακριτή θέση στους εθνικούς λογαριασμούς υγείας, μετρήσιμη απόδοση, φορολογικά εργαλεία που αποδεδειγμένα δεν κοστίζουν σε ανάπτυξη ή απασχόληση. Η Ελλάδα λείπει και από τις δύο διεθνείς αναλύσεις, αλλά με γηραιό πληθυσμό και ασφαλιστικό σε συρρικνούμενη εργασιακή βάση το ότι δεν μετρηθήκαμε δεν σημαίνει ότι δεν πληρώνουμε. Ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί: η γήρανση θα αφήσει το κατά κεφαλήν ΑΕΠ του 2060 κατά 14% χαμηλότερο από ό,τι χωρίς αυτήν, με έσοδα να συρρικνώνονται και δαπάνες συντάξεων, υγείας και φροντίδας να αυξάνονται.

Το μέρισμα μακροζωίας είναι το όφελος όταν τα πρόσθετα χρόνια είναι χρόνια λειτουργικότητας – εργασίας, φροντίδας, συμμετοχής, όχι εξάρτησης. Και αν η ίδια η γήρανση επιβραδυνθεί κατά ένα μόλις έτος, το όφελος αποτιμάται σε 38 τρισ. δολάρια μόνο για τις ΗΠΑ. Τρία βήματα θα μετρούσαν άμεσα: 1) το προσδόκιμο υγιούς ζωής επίσημος δείκτης του ΕΣΥ – δεν διαχειριζόμαστε ό,τι δεν μετράμε· 2) επένδυση στην πρόληψη και στις «ανιαρές» υπηρεσίες των πέντε κατηγοριών – αποκατάσταση, ψυχική υγεία στην πρωτοβάθμια, ακουστικά βαρηκοΐας, πρόληψη πτώσεων· 3) μετατόπιση της πρόληψης στη μέση ηλικία, όπου το χάσμα ήδη ανοίγει.

Μια πρόταση από την Ελλάδα

Το δεύτερο εξάμηνο του 2027 η Ελλάδα αναλαμβάνει την προεδρία του Συμβουλίου της Ε.Ε. Κάθε προεδρία επιλέγει μια σημαία. Προτείνουμε αυτή να είναι το μέρισμα μακροζωίας, με εφικτό παραδοτέο: Συμπεράσματα Συμβουλίου που αναβαθμίζουν το χάσμα νοσηρότητας σε λειτουργικό ευρωπαϊκό δείκτη – αιτιολογική ανάλυση ανά κράτος-μέλος, ετήσια δημοσίευση, σύνδεση με τον προγραμματισμό υγείας και ασφάλισης. Η πρόταση αντέχει τις τέσσερις προβλέψιμες ενστάσεις – τα «δεν χρειάζεται» και «δεν γίνεται».

«Η Eurostat το μετράει ήδη». Πράγματι – με μία ερώτηση αυτοαξιολόγησης, γνωστά προβλήματα συγκρισιμότητας και χωρίς αποδόμηση: λέει πόσα χρόνια χάνονται, όχι σε τι. Ενα υπουργείο που βλέπει αριθμό χωρίς αιτίες δεν ξέρει πού να βάλει το επόμενο ευρώ. Υπάρχει και προηγούμενο: ο στόχος του 2011 για δύο επιπλέον υγιή έτη έως το 2020 δεν επιτεύχθηκε – η πορεία ήταν αντίθετη. Δείκτης χωρίς αιτίες και χωρίς λογοδοσία δοκιμάστηκε ήδη. Απέτυχε.

Η αρμοδιότητα; Η δημόσια υγεία είναι, κατά το άρθρο 168 ΣΛΕΕ, κατά βάσιν εθνική. Γι’ αυτό δεν προτείνεται εναρμόνιση, αλλά κοινή, συγκρίσιμη, αιτιολογημένη μέτρηση. Ο,τι μετριέται με κοινό τρόπο, συγκρίνεται· ό,τι συγκρίνεται, βελτιώνεται.

Το κόστος; Μηδενικό: τα δεδομένα παράγονται ήδη, με ανοιχτή πρόσβαση, από το Global Burden of Disease. Ζητείται μόνο να αξιοποιηθεί κάτι που υπάρχει και αγνοείται.

Ο χρόνος; Εξι μήνες δεν αρκούν για μεταρρύθμιση συστημάτων υγείας· αρκούν απολύτως για συμπεράσματα Συμβουλίου – την προϋπόθεση κάθε επόμενης μεταρρύθμισης. Αυτή τη φορά, με ονομασμένες αιτίες και ετήσιο απολογισμό, ο στόχος δεν θα ξεχαστεί αθόρυβα.

Η Ευρώπη είναι η γηραιότερη ήπειρος με τα μεγαλύτερα χάσματα νοσηρότητας – άρα με το μεγαλύτερο ανείσπρακτο μέρισμα. Και η Ελλάδα διαθέτει ό,τι καμία άλλη πρωτεύουσα: εδώ θεμελιώθηκε επιστημονικά η μεσογειακή διατροφή, εδώ μελετώνται επί δεκαετίες κοινότητες μακροζωίας, εδώ το ζήτημα είναι δημοσιονομικά επείγον. Σπάνια μια χώρα έχει ταυτόχρονα το επιχείρημα, τη νομιμοποίηση και το κίνητρο.

Η επιτυχία της ιατρικής του 20ού αιώνα ήταν να μας κρατήσει ζωντανούς. Η δοκιμασία του 21ου είναι να μας κρατήσει ικανούς και λειτουργικούς. Το μέρισμα υπάρχει, είναι μετρήσιμο, τα εργαλεία φθηνά και διαθέσιμα.

Το όφελος για τον πολίτη είναι καθημερινό: λιγότερος πόνος στη μέση, ακοή που δεν χάνεται σιωπηλά, ένα σπίτι χωρίς πτώσεις, ψυχική υγεία που αντιμετωπίζεται πριν γίνει αναπηρία. Για τη χώρα: περισσότεροι ικανοί να εργάζονται και να φροντίζουν, λιγότερες κλίνες με προλήψιμη νοσηρότητα, ελαφρύτερο ασφαλιστικό φορτίο. Δεν είναι δαπάνη· είναι οικονομική αναγκαιότητα – επένδυση με τεκμηριωμένη απόδοση.

Η επιτυχία της Ιατρικής του 20ού αιώνα ήταν να μας κρατήσει ζωντανούς. Η δοκιμασία του 21ου είναι να μας κρατήσει ικανούς και λειτουργικούς. Το μέρισμα υπάρχει, είναι μετρήσιμο, τα εργαλεία φθηνά και διαθέσιμα. Λείπει μόνο η απόφαση να το εισπράξουμε – και η ευκαιρία να ληφθεί έχει ημερομηνία.

*Η κ. Εύη Χατζηανδρέου, MD, MPH, DrPH, είναι ιατρός δημόσιας υγείας και συνιδρύτρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Υγιούς Μακροζωίας.
*Ο κ. Γεώργιος Π. Χρούσος είναι ομότιμος καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Υγιούς Μακροζωίας.

Γιατι διευρυνονται οι ανισοτήτες υγείας

Η υγεία δεν είναι απλώς η απουσία νόσου, αλλά μια δυναμική κατάσταση σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας που διαμορφώνεται από το περιβάλλον στο οποίο γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε, εργαζόμαστε, γερνάμε και αναζητούμε φροντίδα. Είναι πολυδιάστατο κοινωνικό αγαθό και θεμελιώδες δικαίωμα, στο οποίο συνυφαίνονται οικονομικοί πόροι, μόρφωση, στέγαση, εργασία, πολιτισμικό κεφάλαιο και πρόσβαση σε αποτελεσματικές υπηρεσίες, γι’ αυτό απαιτεί ενεργό κρατική προστασία και ιδιαίτερη μέριμνα για τις πιο ευάλωτες ομάδες. Αποτυπώνεται με δείκτες, όπως η νοσηρότητα, η θνησιμότητα, το προσδόκιμο υγιούς ζωής, οι δαπάνες υγείας και η αυτοαξιολογούμενη υγεία.

Οι ανισότητες υγείας δεν είναι τυχαίες αποκλίσεις, αλλά το βιολογικό αποτύπωμα της άνισης κατανομής των ευκαιριών ζωής. Διαφορές στη θνησιμότητα, στα χρόνια νοσήματα και στην πρόσβαση σε υπηρεσίες αντανακλούν βαθύτερες ανισότητες στο εισόδημα, στην εκπαίδευση, στην εργασία, στη στέγαση, στον υγειονομικό αλφαβητισμό, στο φύλο, στην ηλικία, στην αναπηρία, στη μετανάστευση και τη γεωγραφία. Ετσι δημιουργείται φαύλος κύκλος: η φτώχεια και η επισφάλεια επιβαρύνουν την υγεία, ενώ η κακή υγεία περιορίζει την εκπαίδευση, την εργασία και την κοινωνική κινητικότητα, αναπαράγοντας την αρχική ανισότητα.

Η κοινωνική ανισότητα δεν παραμένει έξω από το σώμα· εγγράφεται σε αυτό. Η παρατεταμένη οικονομική ανασφάλεια, η ανεργία, η ακατάλληλη στέγαση και η κοινωνική απομόνωση ενεργοποιούν κατ’ επανάληψη τα συστήματα προσαρμογής του οργανισμού. Οταν το στρες γίνεται χρόνιο, η προστατευτική απόκριση μετατρέπεται σε αλλοστατικό και στη συνέχεια κακοστατικό φορτίο: διαταράσσεται ο ύπνος, αυξάνονται η μεταβολική δυσλειτουργία, η υποβόσκουσα φλεγμονή και η αρτηριακή πίεση, ενώ επιβαρύνονται η ψυχική υγεία και η γνωστική λειτουργία. Οι κοινωνικοί προσδιοριστές μεταφράζονται έτσι σε νευροενδοκρινικούς, μεταβολικούς, ανοσιακούς και συμπεριφορικούς μηχανισμούς – η ανισότητα γίνεται κυριολεκτικά βιολογία.

Το επίπεδο υγείας και η πρόσβαση σε υπηρεσίες κατανέμονται ανομοιόμορφα ανάλογα με το εισόδημα, τη μόρφωση, την ηλικία και τον τόπο κατοικίας. Οι κάτοικοι αγροτικών και απομακρυσμένων περιοχών αντιμετωπίζουν πρόσθετα εμπόδια – αποστάσεις, ελλείψεις προσωπικού και άνιση κατανομή υποδομών –, καθιστώντας τη γεωγραφία δεύτερο νόμισμα ανισότητας μετά το εισόδημα. Μελέτες διεθνών οργανισμών για την περίοδο 2015-2025, επιβεβαιώνουν ότι τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα εμφανίζουν χειρότερη υγεία και περισσότερες ανεκπλήρωτες ανάγκες, ενώ οι υψηλές ιδιωτικές δαπάνες – στη φαρμακευτική αγωγή, στην οδοντιατρική φροντίδα – λειτουργούν ως ουσιαστικός φραγμός, ιδίως για τους λιγότερο μορφωμένους με χαμηλότερο υγειονομικό αλφαβητισμό. Παρά την τυπική καθολική κάλυψη, πάνω από το 20% του πληθυσμού δεν έλαβε το 2024 την αναγκαία ιατρική φροντίδα, σύμφωνα με στοιχεία του ΙΟΒΕ που δημοσιοποιήθηκαν τον Ιούνιο του 2026 – απόδειξη ότι η κατοχύρωση ενός δικαιώματος δεν ισοδυναμεί με την πραγματική δυνατότητα άσκησής του.

Οι χρόνιες παθήσεις και οι λειτουργικοί περιορισμοί συνδέονται με χαμηλότερη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, απώλεια εισοδήματος και αυξημένο κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Η οικονομική κρίση και η μεταπανδημική περίοδος ανέδειξαν ότι οι ανεκπλήρωτες ανάγκες, δεν οφείλονται μόνο στην έλλειψη εισοδήματος αλλά και στις ελλείψεις προσωπικού, τους μεγάλους χρόνους αναμονής, τον κατακερματισμό της φροντίδας και την αδύναμη πρωτοβάθμια περίθαλψη. Η καθυστέρηση μιας διάγνωσης ή θεραπείας δεν είναι ουδέτερη· συχνά μετατρέπει ένα αντιμετωπίσιμο πρόβλημα σε χρόνια νόσο, αυξάνοντας το ανθρώπινο και οικονομικό κόστος – ένα σύστημα που πληρώνει περισσότερο επειδή προλαμβάνει λιγότερο.

Ισότητα δεν σημαίνει να προσφέρουμε σε όλους το ίδιο, αλλά να κατανέμουμε πόρους ανάλογα με την ανάγκη, ώστε όλοι να φτάνουν σε συγκρίσιμο επίπεδο προστασίας. Αυτό απαιτεί μετατόπιση από ένα σύστημα που θεραπεύει αργά προς ένα που προλαμβάνει έγκαιρα: ενίσχυση των δημόσιων δαπανών προς ισχυρή πρωτοβάθμια φροντίδα, πρόληψη, εμβολιασμοί, προσυμπτωματικός έλεγχος και ψυχική υγεία· πολιτικές γεωγραφικής σύγκλισης και ισόρροπης κατανομής του υγειονομικού δυναμικού, τηλεϊατρική όπου είναι κατάλληλη, περιορισμός των καταστροφικών ιδιωτικών πληρωμών και προστασία των οικονομικά ευάλωτων. Παράλληλα, χρειάζεται επένδυση στην εκπαίδευση, στην αξιοπρεπή εργασία και στην ασφαλή στέγαση, διότι η υγεία παράγεται κυρίως έξω από τα νοσοκομεία.

Το μέτρο ενός συστήματος υγείας δεν είναι μόνο η τεχνολογική του αρτιότητα, αλλά και η ικανότητά του να φτάνει έγκαιρα στον άνθρωπο που το χρειάζεται περισσότερο. Μια κοινωνία που ανέχεται μεγάλες ανισότητες υγείας υπονομεύει τη δικαιοσύνη, την παραγωγικότητα και τη δημοκρατική συνοχή της. Η μείωση των ανισοτήτων δεν είναι φιλανθρωπική επιλογή, αλλά επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στην κοινωνική ειρήνη και στη βιώσιμη ανάπτυξη – και ο πιο αξιόπιστος δείκτης πολιτισμού μιας οργανωμένης κοινωνίας.

Ο Ισίδωρος Μέντης είναι φαρμακοποιός ΕΟΠΥΥ (ΕΚΠΑ), κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στη Διοίκηση Επιχειρήσεων και Οικονομικών Μονάδων, με εξειδίκευση στα Οικονομικά της Υγείας (ΕΚΠΑ), στέλεχος Διεύθυνσης Φαρμάκου Κεντρικής Υπηρεσίας ΕΟΠΥΥ

Ο Γεώργιος Π. Χρούσος είναι ακαδημαϊκός, ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας, επικεφαλής στην έδρα της UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής, ΕΚΠΑ, και πρόεδρος στο Ελληνικό Ινστιτούτο Pasteur

ΠΗΓΗ

Πυρκαγιές: Προστατεύοντας τον εγκέφαλο, το σώμα και το μέλλον των παιδιών

Κάθε καλοκαίρι η Ελλάδα δοκιμάζεται από τις πυρκαγιές. Οι τηλεοπτικές εικόνες εστιάζουν, δικαίως, στις φλόγες που καταστρέφουν δάση, σπίτια και περιουσίες. Ωστόσο, υπάρχει μια άλλη, αόρατη πυρκαγιά που συνεχίζει να καίει και όταν οι τελευταίες σπίθες έχουν πλέον σβήσει. Είναι η πυρκαγιά που αφήνει το αποτύπωμά της στον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο και στον οργανισμό των παιδιών.

Η βιολογία μάς διδάσκει ότι το παιδί δεν είναι «μικρογραφία του ενηλίκου». Βρίσκεται σε μια περίοδο συνεχούς ανάπτυξης, κατά την οποία ο εγκέφαλος δημιουργεί εκατομμύρια νέες συνδέσεις, οι πνεύμονες ωριμάζουν, το ανοσοποιητικό σύστημα εκπαιδεύεται και το ενδοκρινικό σύστημα ρυθμίζει την ανάπτυξη και την προσαρμογή. Ολόκληρος ο οργανισμός λειτουργεί ως ένα θαυμαστό εργαστήριο διαμόρφωσης του μέλλοντος. Αυτό ακριβώς, όμως, καθιστά τα παιδιά ιδιαίτερα ευάλωτα στις επιπτώσεις μιας μεγάλης πυρκαγιάς.

Ο καπνός που εισπνέουμε δεν αποτελείται μόνο από διοξείδιο του άνθρακα. Περιέχει μικροσκοπικά αιωρούμενα σωματίδια, πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες, βαρέα μέταλλα και δεκάδες άλλες τοξικές ουσίες που διεισδύουν βαθιά στις κυψελίδες των πνευμόνων και από εκεί εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος. Στα παιδιά, που αναπνέουν περισσότερο αέρα ανά κιλό σωματικού βάρους από τους ενηλίκους, η επιβάρυνση είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι κρίσεις άσθματος, λοιμώξεις του αναπνευστικού, διαταραχή της ανάπτυξης των πνευμόνων και πιθανώς αυξημένος κίνδυνος χρόνιων καρδιοαναπνευστικών νοσημάτων αργότερα στη ζωή.

Ομως η μεγαλύτερη επίδραση των πυρκαγιών ίσως να μην είναι αυτή που είναι ορατή στις ακτινογραφίες και στις εξετάσεις αίματος. Είναι το στρες. Το ανθρώπινο σύστημα του στρες εξελίχθηκε επί εκατομμύρια χρόνια για να μας προστατεύει από άμεσους κινδύνους. Μέσα σε δευτερόλεπτα ενεργοποιεί τον εγκέφαλο, το αυτόνομο νευρικό σύστημα και τους ενδοκρινείς αδένες, αυξάνοντας την έκκριση κορτιζόλης, κατεχολαμινών, φλεγμονωδών παραγόντων και άλλων ουσιών. Πρόκειται για μια θαυμαστή εξελικτική προσαρμογή που επιτρέπει την επιβίωση.

Οταν ωστόσο ο φόβος είναι παρατεταμένος, όταν το παιδί βλέπει το σπίτι του να απειλείται, όταν αναγκάζεται να εγκαταλείψει το οικείο περιβάλλον του ή όταν ζει επί ημέρες μέσα στην αβεβαιότητα, τότε το φυσιολογικό στρες μπορεί να μετατραπεί σε χρόνιο τοξικό στρες. Και το τοξικό στρες δεν τραυματίζει μόνο την ψυχή. Επηρεάζει τη διαμόρφωση των νευρωνικών κυκλωμάτων, την ανοσολογική λειτουργία, τον μεταβολισμό, ακόμη και τη γονιδιακή έκφραση μέσω επιγενετικών μηχανισμών. Με άλλα λόγια, οι μεγάλες φυσικές καταστροφές μπορούν να αφήσουν ένα βιολογικό αποτύπωμα που θα συνοδεύει το παιδί για πολλά χρόνια.

Γι’ αυτόν τον λόγο η προστασία των παιδιών είναι καλό να αρχίζει πολύ πριν ανάψει η πρώτη σπίθα. Η πρόληψη αποτελεί την πιο αποτελεσματική θεραπεία. Κάθε οικογένεια οφείλει να διαθέτει σχέδιο εκκένωσης, να γνωρίζει ασφαλείς διαδρομές διαφυγής και να έχει προετοιμάσει έναν βασικό εξοπλισμό έκτακτης ανάγκης με νερό, φάρμακα, φακό, τα βασικά πιστοποιητικά και τα απαραίτητα για τα μικρά παιδιά. Οπως εκπαιδεύουμε ένα παιδί να διασχίζει με ασφάλεια τον δρόμο, έτσι πρέπει να το εκπαιδεύσουμε, με ήρεμο και παιγνιώδη τρόπο, να αντιμετωπίζει και μια φυσική καταστροφή χωρίς πανικό. Εξάλλου, τα παιδιά, από την ηλικία ακόμη του νηπιαγωγείου, έχουν εκπαιδευτεί με ασκήσεις εκκένωσης στο σχολικό τους περιβάλλον.

Κατά τη διάρκεια μιας πυρκαγιάς, η έγκαιρη εκκένωση σώζει ζωές. Η παραμονή σε κλειστούς χώρους όταν η ατμόσφαιρα είναι επιβαρυμένη, η χρήση καθαριστών αέρα με φίλτρα υψηλής απόδοσης, η αποφυγή έντονης σωματικής δραστηριότητας και η ιδιαίτερη προστασία των παιδιών με άσθμα ή άλλα χρόνια νοσήματα αποτελούν βασικά μέτρα δημόσιας υγείας.

Εξίσου σημαντική είναι όμως και η συναισθηματική προστασία. Ο εγκέφαλος του παιδιού «δανείζεται» την ηρεμία των γονέων του. Ενας ψύχραιμος ενήλικος λειτουργεί ως βιολογικός ρυθμιστής του συστήματος του στρες του παιδιού. Η αγκαλιά, η ειλικρινής αλλά ψύχραιμη εξήγηση χωρίς δραματικά στοιχεία, η αποφυγή δραματικών εικόνων και αφηγήσεων από τα μέσα ενημέρωσης και η όσο το δυνατόν ταχύτερη επιστροφή στην καθημερινή ρουτίνα αποτελούν πραγματικές θεραπευτικές παρεμβάσεις.

Οι πυρκαγιές θα αποτελούν πλέον μέρος της νέας μας πραγματικότητας. Η κλιματική αλλαγή αυξάνει τη συχνότητα, την ένταση και τη διάρκεια των ακραίων θερμικών επεισοδίων, που σημαίνει ότι η προστασία των παιδιών δεν μπορεί να είναι περιστασιακή. Πρέπει να αποτελεί κεντρικό άξονα της δημόσιας υγείας, της εκπαίδευσης και της πολιτικής προστασίας.

Ο πολιτισμός μιας κοινωνίας δεν μετριέται τόσο από τα τεχνολογικά και άλλα επιτεύγματά της, όσο από το πώς προστατεύει τα παιδιά της όταν δοκιμάζεται. Τα δάση μπορούν να αναγεννηθούν. Τα σπίτια μπορούν να ξαναχτιστούν. Ο παιδικός εγκέφαλος διαθέτει επίσης εντυπωσιακή πλαστικότητα. Ομως αυτή η πλαστικότητα χρειάζεται ένα περιβάλλον ασφάλειας, αγάπης και σταθερότητας για να μετατραπεί σε ανθεκτικότητα.

Η πρόληψη, λοιπόν, δεν πρέπει να αφορά μόνο τα μέτρα για τα δάση και τα σπίτια, αλλά και τα μέτρα για τους ανθρώπους. Και ανάμεσα σε όλους, τα παιδιά αποτελούν το πολυτιμότερο οικοσύστημα που έχουμε την ευθύνη να διαφυλάξουμε. Αν προστατεύσουμε τον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο, το σώμα και την ψυχή τους, τότε θα έχουμε προστατεύσει και το ίδιο το μέλλον της χώρας.

ΥΓ: στην ιστοσελίδα του National Child Traumatic Stress Network των ΗΠΑ υπάρχει ένα εξαιρετικό παιδικό βιβλίο για αντιμετώπιση κρίσεων, στα ελληνικά, με οδηγό για τους ενηλίκους. Tο e-book «Τρίνκα και Σαμ: η μεγάλη πυρκαγιά» [Trinka and Sam: The Big Fire (in Greek)] μεταφράστηκε με άδεια του Δικτύου από τη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Αν. Αττικής, με σκοπό τη στήριξη των γονέων και των παιδιών μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 2018 στο Μάτι. Εκτός από την παιδική ιστορία, περιλαμβάνει πλήρη οδηγό ενηλίκων για την επεξεργασία της με τα παιδιά, καθώς και γενικότερες οδηγίες για τη διαχείριση του παιδικού τραύματος που προκαλούν οι πυρκαγιές.

Ο Γεώργιος Π. Χρούσος είναι ακαδημαϊκός, ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας, επικεφαλής στην έδρα της UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής, ΕΚΠΑ, πρόεδρος στο Ελληνικό Ινστιτούτο Pasteur.

ΠΗΓΗ

 

Ελληνικό καλοκαίρι: το αρχαιότερο «φάρμακο» για υγιή μακροζωία

Κάθε Ιούλιο και Αύγουστο επαναλαμβάνεται στην Ελλάδα ένα τελετουργικό. Οι πόλεις αδειάζουν, οι ακτές γεμίζουν, οι άνθρωποι στρέφονται στη θάλασσα. Παιδιά παίζουν ξυπόλητα στην άμμο, νέοι και ηλικιωμένοι κολυμπούν με τις ώρες, οικογένειες και φίλοι μοιράζονται το ίδιο τραπέζι. Το θεωρούμε διακοπές. Ισως όμως η βιολογία να το ονομάζει διαφορετικά. Ισως να πρόκειται για μία από τις αποτελεσματικότερες φυσικές παρεμβάσεις υγείας που γνώρισε ποτέ ο άνθρωπος.

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται στις πλουσιότερες χώρες του κόσμου ούτε διαθέτει το τελειότερο σύστημα υγείας, οι Ελληνες εμφανίζουν ένα από τα μεγαλύτερα προσδόκιμα ζωής παγκοσμίως. Η μεσογειακή διατροφή – που ακολουθείται όλο και λιγότερο – ασφαλώς αποτελεί μέρος της εξήγησης, ωστόσο, πιθανότατα δεν είναι ο μοναδικός λόγος. Η σύγχρονη βιολογία μάς δείχνει και μια διαφορετική πιθανή αιτιολόγηση. Ολόκληρο το ελληνικό καλοκαίρι λειτουργεί ως ένα πολύπλοκο βιολογικό πρόγραμμα εκπαίδευσης του οργανισμού.

Στη θεωρία του στρες γνωρίζουμε ότι η ζωή δεν εξελίχθηκε μέσα στην άνεση αλλά μέσα στις προκλήσεις. Ο οργανισμός έγινε ισχυρότερος επειδή έμαθε να προσαρμόζεται σε μικρές, παροδικές επιβαρύνσεις. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται όρμηση (hormesis): ένα ήπιο στρεσογόνο ερέθισμα δεν προκαλεί βλάβη· αντίθετα ενεργοποιεί τους μηχανισμούς επιδιόρθωσης, προστασίας και αναγέννησης του οργανισμού. Το ελληνικό καλοκαίρι αποτελεί ίσως το πιο ολοκληρωμένο παράδειγμα αυτής της αρχής.

Πρώτα έρχεται ο ήλιος. Επί δεκαετίες η υπεριώδης ακτινοβολία αντιμετωπιζόταν σχεδόν αποκλειστικά ως απειλή. Και πράγματι, η υπερβολική έκθεση προκαλεί εγκαύματα, φωτογήρανση και αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου του δέρματος. Ομως η βιολογία σπανίως είναι μονοδιάστατη. Η ήπια, ελεγχόμενη έκθεση στον ήλιο αποτελεί θεμελιώδη ανάγκη του ανθρώπινου οργανισμού. Η βιταμίνη D, η οποία στην πραγματικότητα λειτουργεί ως στεροειδής ορμόνη, ενεργοποιείται στο δέρμα υπό την επίδραση του ηλιακού φωτός και συμμετέχει στη ρύθμιση εκατοντάδων γονιδίων που σχετίζονται με το ανοσοποιητικό σύστημα, τους μυς, τα οστά και τον εγκέφαλο.

Ταυτόχρονα, το φυσικό φως συγχρονίζει το κιρκάδιο ρολόι, σταθεροποιεί την έκκριση κορτιζόλης και μελατονίνης, βελτιώνει τον ύπνο και ενισχύει τη διάθεση. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, αποκαλύφθηκε ένας ακόμη εντυπωσιακός μηχανισμός. Η υπεριώδης ακτινοβολία διεγείρει την απελευθέρωση νιτρικού οξειδίου (NO) από το δέρμα, προκαλώντας αγγειοδιαστολή και συμβάλλοντας στη μείωση της αρτηριακής πίεσης. Ισως, λοιπόν, μέρος της καρδιοπροστατευτικής δράσης του ήλιου να μην οφείλεται μόνο στη βιταμίνη D, αλλά και σε αυτό το πανίσχυρο βιολογικό μόριο.

Επειτα είναι και η θάλασσα. Η πρώτη βουτιά αποτελεί μια εξαιρετική άσκηση για το αυτόνομο νευρικό σύστημα. Καθώς το θαλασσινό νερό είναι πάντοτε ψυχρότερο από το ανθρώπινο σώμα, η απότομη διαφορά θερμοκρασίας ενεργοποιεί προσωρινά το συμπαθητικό σύστημα, αυξάνοντας την εγρήγορση και την καρδιακή λειτουργία. Λίγα λεπτά αργότερα, όμως, επικρατεί το παρασυμπαθητικό σύστημα, η καρδιά ηρεμεί, η αναπνοή γίνεται βαθύτερη και ο εγκέφαλος πλημμυρίζει από το αίσθημα της ευεξίας. Πρόκειται για ένα καθημερινό μάθημα βιολογικής προσαρμογής, που ολοκληρώνεται με το κολύμπι, το οποίο αποτελεί μία από τις πληρέστερες μορφές αερόβιας άσκησης, προστατεύει την καρδιά, βελτιώνει τον μεταβολισμό, αυξάνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη, διατηρεί τη μυϊκή μάζα και επιβραδύνει τη σαρκοπενία, έναν από τους σημαντικότερους βιολογικούς δείκτες της γήρανσης. Κάτι πιθανά εξίσου βοηθητικό που εμφανίζεται τα καλοκαίρια στη χώρα μας είναι η θερμότητα. Κάθε φορά που το σώμα εκτίθεται σε ήπια αλλαγή θερμοκρασίας στο θαλάσσιο μπάνιο, ενεργοποιείται ένα πανάρχαιο σύστημα κυτταρικής άμυνας. Παράγονται οι πρωτεΐνες θερμικού σοκ (Heat Shock Proteins), οι οποίες προστατεύουν τις πρωτεΐνες του κυττάρου από λανθασμένη αναδίπλωση, ενισχύουν την αυτοφαγία, δηλαδή τον αυτοκαθαρμό των κυττάρων, περιορίζουν τη συσσώρευση κατεστραμμένων μορίων και βελτιώνουν τη λειτουργία των μιτοχονδρίων. Είναι οι ίδιοι ακριβώς μηχανισμοί που ενεργοποιούνται με τη σωματική άσκηση, τη νηστεία και τη σάουνα, μια έννοια που πρόσφατα άρχισε να τεκμηριώνεται επιστημονικά. Με άλλα λόγια, ο οργανισμός δεν ενδυναμώνεται επειδή αποφεύγει κάθε πρόκληση. Ενδυναμώνεται επειδή μαθαίνει να την αντιμετωπίζει.

Το ελληνικό καλοκαίρι, όμως, δεν θεραπεύει μόνο το σώμα. Θεραπεύει και τον εγκέφαλο και την «ψυχή». Οι παραλίες δεν αποτελούν απλώς τόπους αναψυχής. Είναι χώροι κοινωνικής συνοχής. Εκεί συναντώνται τρεις και συχνά τέσσερις γενιές της ίδιας οικογένειας. Η μοναξιά υποχωρεί. Το γέλιο επιστρέφει. Οι συζητήσεις διαρκούν μέχρι αργά το βράδυ.

Το χρόνιο ψυχοκοινωνικό στρες μειώνεται, ενώ η αίσθηση του «ανήκειν», ίσως ο σημαντικότερος προστατευτικός παράγοντας της ψυχικής και σωματικής υγείας, ενισχύεται. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές από τις περίφημες «Μπλε Ζώνες» του πλανήτη, όπου οι άνθρωποι ζουν περισσότερο και γερνούν υγιέστερα, χαρακτηρίζονται από ακριβώς αυτή τη σύζευξη φυσικού περιβάλλοντος, καθημερινής κίνησης, κοινωνικότητας και απλής ζωής. Η Ικαρία αποτελεί το ελληνικό παράδειγμα αυτής της πραγματικότητας.

Ισως, λοιπόν, ήρθε η ώρα να διευρύνουμε την έννοια της μεσογειακής δίαιτας και να μιλήσουμε για τον μεσογειακό τρόπο ζωής. Εναν τρόπο ζωής που δεν περιλαμβάνει μόνο τη διατροφή με ελαιόλαδο, όσπρια και ψάρια, αλλά και καθημερινό περπάτημα, θαλάσσιο μπάνιο, φυσικό φως, ήπια θερμική επιβάρυνση, κοινωνική συνύπαρξη και μεσημβρινή ανάπαυση. Κάλλιστα, θα μπορούσαμε να περιγράψουμε αυτό το σύνολο με έναν νέο όρο: Μεσογειακή όρμηση (Mediterranean hormesis). Δηλαδή, συνδυασμένη δράση πολλών μικρών φυσικών προκλήσεων που, ενεργώντας ταυτόχρονα, ενεργοποιούν τα εξελικτικά προγράμματα επιδιόρθωσης, ανθεκτικότητας και μακροζωίας του ανθρώπινου οργανισμού. Σε μια εποχή όπου αναζητούμε διαρκώς το επόμενο θαυματουργό φάρμακο ή τη νέα τεχνολογία αντιγήρανσης, ίσως αξίζει να στρέψουμε το βλέμμα μας σε κάτι πολύ πιο απλό. Στον ελληνικό ήλιο, την ελληνική θάλασσα και την ανθρώπινη συντροφιά. Η φύση μάς τα προσφέρει δωρεάν εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Συνεπώς, κάθε καλοκαίρι, οι Ελληνες μπορεί να «συσσωρεύουν» ένα βιολογικό αποθεματικό φυσιολογικής ψυχοσωματικής ανθεκτικότητας (physiological resilience reserve), το οποίο θα τους προστατεύει κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Ισως, τελικά, ένα σημαντικό μυστικό της μακροζωίας μας βρίσκεται κάθε καλοκαίρι μπροστά στα μάτια μας, εκεί όπου ο άνθρωπος συναντά ξανά το περιβάλλον μέσα στο οποίο εξελίχθηκε. Και αυτό να είναι ένα από τα σοφά «φάρμακα» που διαθέτουμε και μπορούμε να εκμεταλλευτούμε.

Ο Γεώργιος Π. Χρούσος, ακαδημαϊκός, ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας, επικεφαλής της Εδρας UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής, ΕΚΠΑ, πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Pasteur

ΠΗΓΗ

Δύο διαφορετικές μηχανές πρόβλεψης

Ο ανθρώπινος νους απεχθάνεται το κενό. Κάθε φορά που η πραγματικότητα μας προσφέρει ελλιπείς πληροφορίες, ο εγκέφαλός μας επιχειρεί σχεδόν αυτόματα να συμπληρώσει ό,τι λείπει. Συμπεραίνει, επάγεται, φαντάζεται και προβλέπει. Αυτή η ικανότητα υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα εξελικτικά πλεονεκτήματα του ανθρώπου. Χωρίς αυτήν, οι πρόγονοί μας δεν θα μπορούσαν να προβλέψουν την κίνηση του θηράματος, τις προθέσεις των αντιπάλων, την έλευση μιας καταιγίδας ή τις συνέπειες μιας απόφασης. Η νοημοσύνη, σε μεγάλο βαθμό, είναι η τέχνη της καλύτερης δυνατής εικασίας όταν τα δεδομένα είναι ατελή.

Με ανάλογο τρόπο λειτουργούν και τα σύγχρονα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα (LLMs). Λαμβάνοντας μια ακολουθία λέξεων, προβλέπουν την πιθανότερη συνέχεια, με βάση τα πρότυπα που έχουν μάθει από τεράστιους όγκους ανθρώπινης γλώσσας. Παρότι ο βιολογικός νευρώνας και ο τεχνητός μετασχηματιστής διαφέρουν ριζικά ως προς τη δομή τους, μοιράζονται μια θεμελιώδη υπολογιστική αρχή: την πρόβλεψη μέσω συμπλήρωσης των κενών.

Η συμπλήρωση των κενών είναι η φυσιολογική λειτουργία κάθε νοήμονος συστήματος. Οταν στηρίζεται σε επαρκή δεδομένα, παράγει ουσιαστική σχέση με την πραγματικότητα, έχει, δηλαδή, πραγματιστική διορατικότητα. Οταν τα δεδομένα είναι ελλιπή, παράγει εικασίες. Και όταν οι εικασίες διορθώνονται από την πραγματικότητα, γεννιέται η μάθηση. Οταν, όμως, παύουν να διορθώνονται, αρχίζει να αυξάνεται η απόσταση από την πραγματικότητα και δημιουργείται η παθολογία, δηλαδή οι ψευδαισθήσεις (λανθασμένη ερμηνεία υπαρκτού ερεθίσματος), οι παραισθήσεις (αντίληψη χωρίς εξωτερικό ερέθισμα) και τα παραληρήματα (ψευδής, ακλόνητη πεποίθηση).

Η ομοιότητα αυτή μας οδηγεί σε έναν ευρύτερο στοχασμό για τη φύση της ίδιας της νοημοσύνης. Η πραγματικότητα δεν μας προσφέρει σχεδόν ποτέ πλήρη πληροφόρηση. Κάθε παρατήρηση μπορεί να δίνει μερικές, συγκεχυμένες ή και αβέβαιες πληροφορίες. Ο κόσμος μοιάζει με μια πρόταση που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Είτε πρόκειται για ένα γιατρό που προσπαθεί να διαγνώσει έναν ασθενή, είτε για κάποιο φυσικό που ερμηνεύει ένα πείραμα, είτε για έναν άνθρωπο που αποφασίζει αν θα πάρει ομπρέλα πριν βγει από το σπίτι, η σκέψη απαιτεί σχεδόν πάντοτε προσθήκη πληροφοριών που δεν είναι άμεσα διαθέσιμες. Η λογική αποτελεί τον πειθαρχημένο μηχανισμό αυτής της διανοητικής προσθήκης.

Η σύγχρονη γνωσιακή νευροεπιστήμη περιγράφει ολοένα και περισσότερο τον εγκέφαλο ως μια μηχανή πρόβλεψης. Σύμφωνα με τη θεωρία της προβλεπτικής επεξεργασίας, ο εγκέφαλος δημιουργεί συνεχώς εσωτερικά μοντέλα του κόσμου, προβλέπει τι πρόκειται να συμβεί και στη συνέχεια συγκρίνει τις προβλέψεις του με τα αισθητηριακά του δεδομένα. Η γνώση, εν ολίγοις, δεν γεννιέται μόνο από την παρατήρηση, αλλά και από τη συνεχή διόρθωση του σφάλματος πρόβλεψης.

Η ίδια αρχή εξηγεί και τη λειτουργία των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων. Κατά την εκπαίδευσή τους απορροφούν γλωσσικές δομές, επιστημονικές γνώσεις, πολιτισμικά πρότυπα και λογικές σχέσεις. Κατά τη χρήση τους δεν «γνωρίζουν» την επόμενη λέξη· υπολογίζουν την πιθανότερη συνέχεια και ανασυνθέτουν το ελλείπον νόημα. Είναι, ουσιαστικά, στατιστικές μηχανές σημασιολογικής συμπλήρωσης. Από αυτή την απλή αρχή αναδύονται πολύπλοκες μορφές συλλογισμού, εξήγησης, δημιουργικότητας και, ενίοτε, εντυπωσιακής επιστημονικής σύνθεσης.

Ψευδαισθήσεις, παραισθήσεις και παραληρήματα στην ανθρώπινη και στην τεχνητή νοημοσύνη.

Κάθε πρόβλεψη, όμως, εμπεριέχει έναν εγγενή κίνδυνο. Οταν τα διαθέσιμα δεδομένα είναι ανεπαρκή, κάθε σύστημα πρόβλεψης στηρίζεται περισσότερο στις υπάρχουσες εσωτερικές παραδοχές του. Στον άνθρωπο, αυτές ονομάζονται διαίσθηση, προσδοκίες ή πεποιθήσεις· στην τεχνητή νοημοσύνη κατανομές πιθανοτήτων. Οσο καλύτερα είναι βαθμονομημένες, τόσο ακριβέστερες είναι οι προβλέψεις. Οταν η βαθμονόμηση χαθεί, τόσο ο βιολογικός όσο και ο τεχνητός νους αρχίζουν να απομακρύνονται από την πραγματικότητα. Σε αυτό το σημείο γεννιούνται οι ψευδαισθήσεις, οι παραισθήσεις και τα παραληρήματα.

Στον άνθρωπο, η ίδια γνωσιακή διαδικασία που επιτρέπει τη διορατικότητα μπορεί να οδηγήσει και σε εσφαλμένη αντίληψη, δηλαδή σε ψευδαίσθηση ή παραίσθηση. Βλέπουμε πρότυπα εκεί όπου υπάρχει τυχαιότητα, θυμόμαστε γεγονότα που ουδέποτε συνέβησαν ή αποδίδουμε προθέσεις εκεί όπου δεν υπάρχουν. Στις σοβαρότερες ψυχιατρικές ή νευρολογικές διαταραχές, οι εσωτερικές προβλέψεις υπερισχύουν των αισθητηριακών δεδομένων.

Ανάλογα, τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, όταν δεν διαθέτουν επαρκείς πληροφορίες ή πιέζονται να απαντήσουν πέρα από τα όρια της γνώσης τους, συνεχίζουν να παράγουν λεκτικά άψογες αλλά πραγματολογικά αβάσιμες αφηγήσεις. Επινοούν βιβλιογραφικές αναφορές, γεγονότα ή λογικοφανείς αλλά ψευδείς ιστορίες. Οι λεγόμενες hallucinations των LLMs μοιάζουν, μάλιστα, περισσότερο με το ανθρώπινο «παραλήρημα» παρά με την αισθητηριακή ψευδαίσθηση ή παραίσθηση, διότι το πρόβλημα δεν έχει να κάνει με την αντίληψη αλλά με αποτυχία αναθεώρησης μιας λανθασμένης υπόθεσης. Η ψευδαίσθηση και η παραίσθηση αποτελούν αποτυχία της αντίληψης. Το παραλήρημα αποτελεί αποτυχία της αναθεώρησης των πεποιθήσεων. Στην πρώτη περίπτωση, ο εγκέφαλος διορθώνει όταν εμφανιστούν περισσότερα δεδομένα. Στη δεύτερη, τα νέα δεδομένα παύουν να έχουν δύναμη.

Τελικά, η ουσία της νοημοσύνης δεν είναι η εξάλειψη της αβεβαιότητας αλλά η πειθαρχημένη διαχείρισή της. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος και τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα είναι, στην ουσία τους, μηχανές πρόβλεψης που επιχειρούν να ολοκληρώσουν τις ανολοκλήρωτες προτάσεις της πραγματικότητας. Και η σοφία δεν συνίσταται στο να μην εικάζουμε ποτέ, αλλά στο να γνωρίζουμε πότε οι εικασίες μας στηρίζονται επαρκώς στα δεδομένα και πότε το κενό παραμένει ακόμη πολύ μεγάλο για να συμπληρωθεί με βεβαιότητα. Oταν η πρόβλεψη υπακούει στα δεδομένα, γεννιέται η γνώση. Oταν τα δεδομένα υποτάσσονται στην πρόβλεψη, γεννιέται το παραλήρημα. Και όταν η πρόβλεψη υπηρετεί ταυτόχρονα την αλήθεια, την προσαρμογή και τη διαρκή αυτοδιόρθωση, τότε γεννιέται η σοφία.

*Ο κ. Γεώργιος Π. Χρούσος είναι ακαδημαϊκός, ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας, επικεφαλής της Εδρας UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής, ΕΚΠΑ, πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Pasteur.

 

ΠΗΓΗ