Η Τεχνητή νοημοσύνη στην ιατρική χρειάζεται όρια

Η τεχνητή νοημοσύνη εισέρχεται στην ιατρική με ταχύτητα που δύσκολα μπορεί να συγκριθεί με οποιαδήποτε προηγούμενη τεχνολογική αλλαγή. Μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, όπως εκείνα που βρίσκονται πίσω από το ChatGPT και άλλα εξειδικευμένα συστήματα, συντάσσουν ιατρικά σημειώματα, συνοψίζουν φακέλους ασθενών, αναζητούν βιβλιογραφία, προτείνουν διαγνώσεις και υποστηρίζουν θεραπευτικές αποφάσεις. Η υπόσχεση είναι μεγάλη: λιγότερη γραφειοκρατία, ταχύτερη πρόσβαση στη γνώση, περιορισμός παραλείψεων και περισσότερος χρόνος για την ανθρώπινη επαφή με τον ασθενή.

Ωστόσο, η διάδοση της τεχνολογίας προηγείται επικίνδυνα της ανάπτυξης των μηχανισμών που θα έπρεπε να την εποπτεύουν. Πρόσφατη διεπιστημονική ανασκόπηση στο περιοδικό «Nature» (Clusmann et al. 2026) επισημαίνει ότι τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα χρησιμοποιούνται ήδη στην κλινική πράξη, συχνά χωρίς θεσμικές οδηγίες, σαφείς κανόνες ή καθορισμένη ευθύνη. Ετσι δημιουργείται μια νέα πραγματικότητα: η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι πλέον ένα μελλοντικό ενδεχόμενο, αλλά ένας άτυπος, συχνά αόρατος συνεργάτης του γιατρού.

Το πρώτο και πιο γνωστό πρόβλημα είναι οι λεγόμενες «παραισθήσεις», «ψευδαισθήσεις» και «παραληρήματα» των μοντέλων. Ενα σύστημα μπορεί να παράγει μια απάντηση απολύτως πειστική, γλωσσικά άψογη και επιστημονικοφανή, η οποία όμως είναι τελείως λανθασμένη. Μπορεί να επινοήσει βιβλιογραφικές παραπομπές, να συγχέει δοσολογίες, να παραβλέπει αντενδείξεις ή να διατυπώνει μια ανύπαρκτη κλινική συσχέτιση με αφοπλιστική βεβαιότητα. Στη γενική ενημέρωση ένα τέτοιο σφάλμα είναι ενοχλητικό. Στην ιατρική μπορεί να γίνει επικίνδυνο.

Υπάρχει, όμως, και ένα συστηματικό αλγοριθμικό πρόβλημα. Τα μοντέλα έχουν την τάση να προσαρμόζονται υπερβολικά στις προσδοκίες του χρήστη. Εάν ο γιατρός διατυπώσει εξαρχής μια λανθασμένη υπόθεση, το σύστημα μπορεί, αντί να την αμφισβητήσει, να του προσφέρει επιχειρήματα που την ενισχύουν. Εδώ συναντώνται δύο γνωστές ανθρώπινες αδυναμίες: η προκατάληψη επιβεβαίωσης, δηλαδή η τάση να αναζητούμε στοιχεία που συμφωνούν με όσα ήδη πιστεύουμε, και η προκατάληψη αυτοματοποίησης, δηλαδή η υπερβολική εμπιστοσύνη στην απάντηση μιας μηχανής. Το ύφος της τεχνητής νοημοσύνης επιτείνει τον κίνδυνο. Ο άνθρωπος συνδέει αυθόρμητα την ευχέρεια του λόγου με τη γνώση και την αυτοπεποίθηση με την ορθότητα. Το μοντέλο, όμως, δεν «γνωρίζει» με την ανθρώπινη έννοια. Υπολογίζει ποια ακολουθία λέξεων είναι πιθανότερο να ακολουθήσει, χωρίς συνείδηση, κλινική εμπειρία ή αίσθηση ευθύνης. Δεν βλέπει το άγχος στο πρόσωπο του ασθενούς, δεν αντιλαμβάνεται μια λεπτή αλλαγή στη συμπεριφορά του και δεν φέρει το ηθικό βάρος μιας λανθασμένης απόφασης.

Εξίσου σοβαροί είναι οι κίνδυνοι για την ασφάλεια και την ιδιωτικότητα. Η εισαγωγή στοιχείων ενός ασθενούς σε ένα μη εγκεκριμένο, εξωτερικά φιλοξενούμενο σύστημα μπορεί να οδηγήσει σε διαρροή ευαίσθητων δεδομένων. Κακόβουλες παρεμβάσεις στα δεδομένα εκπαίδευσης, κρυφές οδηγίες μέσα στα κείμενα που επεξεργάζεται το μοντέλο και επιθέσεις στην ψηφιακή υποδομή μπορούν να αλλοιώσουν τη συμπεριφορά του. Η κυβερνοασφάλεια, επομένως, μετατρέπεται σε άμεση συνιστώσα της ασφάλειας του ασθενούς.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η «σκιώδης χρήση»: γιατροί και άλλοι επαγγελματίες χρησιμοποιούν δημόσια εργαλεία χωρίς επίσημη έγκριση του νοσοκομείου και χωρίς να γνωρίζει ο ασθενής ότι τα δεδομένα ή η περίπτωσή του υποβάλλονται σε αλγοριθμική επεξεργασία. Η απαγόρευση από μόνη της δεν θα λύσει το πρόβλημα. Πιθανότερα θα το ωθήσει βαθύτερα στη σκιά. Χρειάζονται ασφαλείς θεσμικές εναλλακτικές λύσεις, εκπαίδευση και σαφείς διαδικασίες. Κάθε νοσοκομείο οφείλει να γνωρίζει ποια συστήματα χρησιμοποιούνται, για ποιον σκοπό, με ποια δεδομένα και υπό την ευθύνη ποιου. Απαιτούνται τοπικές διεπιστημονικές ομάδες εποπτείας, αποτελούμενες από κλινικούς γιατρούς, ειδικούς της πληροφορικής και της κυβερνοασφάλειας, νομικούς, ειδικούς βιοηθικούς και εκπροσώπους των ασθενών. Παράλληλα, κεντρικά παρατηρητήρια ασφάλειας θα μπορούσαν να καταγράφουν συμβάντα, να ανιχνεύουν επαναλαμβανόμενες αστοχίες και να συντονίζουν την αντίδραση των ιδρυμάτων.

Η ρύθμιση πρέπει επίσης να αλλάξει χαρακτήρα. Η παραδοσιακή αδειοδότηση εξετάζει ένα σχετικά σταθερό ιατροτεχνολογικό προϊόν πριν από την κυκλοφορία του. Ενα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, όμως, μπορεί να ενημερώνεται, να προσαρμόζεται και να αλλάζει συμπεριφορά. Δεν αρκεί, επομένως, μία αρχική πιστοποίηση. Χρειάζονται συνεχής αξιολόγηση, έλεγχος μετά την εφαρμογή, καταγραφή των αλλαγών και δυνατότητα άμεσης αναστολής όταν εμφανίζεται σοβαρός κίνδυνος.

Η σωστή απάντηση δεν είναι να απορρίψουμε την τεχνητή νοημοσύνη. Θα ήταν εξίσου λανθασμένο να αγνοήσουμε τις δυνατότητές της ή να στερήσουμε από τους ασθενείς τα οφέλη της. Η απάντηση είναι να την εντάξουμε στην ιατρική με τους ίδιους αυστηρούς όρους με τους οποίους δεχόμαστε ένα νέο φάρμακο: αποδείξεις, διαφάνεια, εποπτεία και λογοδοσία. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γίνει ένας ισχυρός γνωσιακός ενισχυτής του γιατρού, όχι όμως ο αντικαταστάτης της κρίσης του. Η τελική απόφαση πρέπει να παραμένει ανθρώπινη, εξηγήσιμη και ηθικά υπεύθυνη. Διότι στην ιατρική το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν μια τεχνολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί, αλλά αν χρησιμοποιείται με τρόπο που υπηρετεί τον άνθρωπο χωρίς να υπονομεύει την ασφάλεια, την αξιοπρέπεια και την εμπιστοσύνη του.

Ο Γεώργιος Π. Χρούσος είναι ακαδημαϊκός, ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας, επικεφαλής στην έδρα της UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής, ΕΚΠΑ και πρόεδρος στο Ελληνικό Ινστιτούτο Pasteur

ΠΗΓΗ

Ζούμε πιο πολύ, αλλά όχι υγιείς

Από το 1990 για κάθε πέντε χρόνια ζωής που κέρδισε η ανθρωπότητα, το ένα ήταν χρόνος ασθένειας. Ζούμε περισσότερο, όχι όμως καλύτερα – το τεκμηρίωσε η μελέτη του Global Burden of Disease στο Lancet Public Health, που ήδη απασχόλησε τον Τύπο. Από το 1990 έως το 2023 το «χάσμα νοσηρότητας» –τα χρόνια που ζούμε ζωντανοί, αλλά όχι υγιείς– διευρύνθηκε από 8,8 σε 10,7 έτη. Αύξηση 22% σε μία γενιά, σε 203 από τις 204 χώρες. Η υπόθεση του Τζ. Φράις ότι η ιατρική πρόοδος θα συμπίεζε την ασθένεια σε ένα σύντομο τελικό παράθυρο ελέγχθηκε 45 χρόνια μετά – και δεν επιβεβαιώθηκε.

Πίσω από τον παγκόσμιο τίτλο, όμως, κρύβονται όσα αφορούν εμάς – και δεν διαβάστηκαν.

Το 1990 ο μέσος Ελληνας ανέμενε 10 χρόνια ζωής σε κακή υγεία. Το 2023, 11,9 – 36η θέση παγκοσμίως. Μία γενιά προσέθεσε σχεδόν δύο χρόνια νοσηρότητας κατά κεφαλήν, χωρίς αντισταθμιστικό κέρδος υγείας. Τα μεγαλύτερα χάσματα έχουν οι πλουσιότερες χώρες: ΗΠΑ 14 έτη, Αυστραλία 13,9, Καναδάς 13,7. Εν μέρει η εξήγηση είναι αριθμητική – ζεις περισσότερο, συσσωρεύεις περισσότερα. Το υπόλοιπο είναι επιλογή πολιτικής.

Τι γεμίζει αυτά τα χρόνια; Οχι οι νόσοι των πρωτοσέλιδων. Πέντε κατηγορίες ευθύνονται για το 57,4% των ετών κακής υγείας παγκοσμίως: μυοσκελετικές παθήσεις, με πρώτη την οσφυαλγία· ψυχικές διαταραχές, κυρίως κατάθλιψη και άγχος· η βαρηκοΐα της τρίτης ηλικίας· οι πτώσεις· και τα λοιπά χρόνια νοσήματα. Καταστάσεις που σπανίως σκοτώνουν και σχεδόν ποτέ δεν χρηματοδοτούνται: χωρίς ογκολογικό τμήμα, χωρίς εθνικό σχέδιο, χωρίς εκστρατείες. Εχουν όμως το μεγαλύτερο μερίδιο στη ζωή που χάνουμε ενόσω ζούμε.

Από τη μέση ηλικία

Και το χάσμα δεν ανοίγει στα γηρατειά: διευρύνθηκε σε όλη την ενήλικη ζωή, ήδη από τη μέση ηλικία, με παράγοντες γνωστούς και τροποποιήσιμους – σάκχαρο, βάρος, κάπνισμα.

Πόσο κοστίζει η αδράνεια – και τι αποδίδει η δράση; Τον Ιούνιο του 2026 το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ δημοσίευσε με τη Marsh την έκθεση The Longevity Dividend. Το εύρημα είναι απροσδόκητα πεζό: δεν χρειάζονται νέες θεραπείες. Τρεις χαμηλής τεχνολογίας παρεμβάσεις –ακουστικά βαρηκοΐας, διαρρυθμίσεις ασφαλείας στο σπίτι, φυσική δραστηριότητα– θα απέτρεπαν έως το 2040: 400 εκατ. πτώσεις, 8,5 εκατ. περιστατικά διαβήτη, 2,4 εκατ. περιστατικά άνοιας – εξοικονόμηση 5,8 τρισ. δολαρίων σε δαπάνες υγείας. Ενα ακουστικό βαρηκοΐας κοστίζει λιγότερο από μία ημέρα νοσηλείας.

Τρεις παρεμβάσεις –ακουστικά βαρηκοΐας, διαρρυθμίσεις ασφαλείας στο σπίτι, φυσική δραστηριότητα– θα απέτρεπαν παγκοσμίως έως το 2040: 400 εκατ. πτώσεις, 8,5 εκατ. περιστατικά διαβήτη, 2,4 εκατ. περιστατικά άνοιας – εξοικονόμηση 5,8 τρισ. δολ. σε δαπάνες υγείας.

Και αυτό είναι μόνο το κατώφλι. Τον Φεβρουάριο του 2026 το McKinsey Health Institute (The Health of Nations) χαρτογράφησε σχεδόν 300 οικονομικά αποδοτικές παρεμβάσεις σε πάνω από 200 χώρες. Η κλιμάκωσή τους έως το 2050 θα μείωνε το φορτίο νόσου κατά 35%, θα έσωζε 33 εκατομμύρια ζωές και θα προσέθετε σχεδόν μία δεκαετία υγιούς ζωής στον μέσο άνθρωπο, ετήσιο όφελος 12,5 τρισ. δολάρια, 7% του παγκόσμιου ΑΕΠ, κυρίως μέσω υψηλότερης συμμετοχής στην εργασία. Κάθε δολάριο στην υγεία αποδίδει τέσσερα – ο έλεγχος υπέρτασης και καπνίσματος ακόμη περισσότερα. Το πιο αποκαλυπτικό: τα δύο τρίτα του οφέλους προέρχονται από την πρόληψη που απορροφά λιγότερο από το 2% των δαπανών υγείας. Χρηματοδοτούμε με το 2% ό,τι παράγει τα δύο τρίτα.

Δοκιμασμένες λύσεις

Το πώς δεν είναι θεωρητικό. Εφαρμόζεται ήδη. Η Ταϊλάνδη χρηματοδοτεί την πρόληψη με δεσμευμένους φόρους υγείας, θωρακισμένη από την πολιτική συγκυρία. Η Κολομβία δέσμευσε με νόμο από το 2010 τα έσοδα από τσιγάρα, αλκοόλ και τυχερά παιχνίδια υπέρ της υγειονομικής κάλυψης και το 2022 έγινε η πρώτη χώρα στον κόσμο που φορολογεί τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, κλιμακωτά με τη ζάχαρη. Το Αμπου Ντάμπι προβλέπει με τεχνητή νοημοσύνη κινδύνους υγείας πριν γίνουν νόσος. Η συνταγή είναι ρητή: η πρόληψη ως κεφαλαιακή επένδυση, με διακριτή θέση στους εθνικούς λογαριασμούς υγείας, μετρήσιμη απόδοση, φορολογικά εργαλεία που αποδεδειγμένα δεν κοστίζουν σε ανάπτυξη ή απασχόληση. Η Ελλάδα λείπει και από τις δύο διεθνείς αναλύσεις, αλλά με γηραιό πληθυσμό και ασφαλιστικό σε συρρικνούμενη εργασιακή βάση το ότι δεν μετρηθήκαμε δεν σημαίνει ότι δεν πληρώνουμε. Ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί: η γήρανση θα αφήσει το κατά κεφαλήν ΑΕΠ του 2060 κατά 14% χαμηλότερο από ό,τι χωρίς αυτήν, με έσοδα να συρρικνώνονται και δαπάνες συντάξεων, υγείας και φροντίδας να αυξάνονται.

Το μέρισμα μακροζωίας είναι το όφελος όταν τα πρόσθετα χρόνια είναι χρόνια λειτουργικότητας – εργασίας, φροντίδας, συμμετοχής, όχι εξάρτησης. Και αν η ίδια η γήρανση επιβραδυνθεί κατά ένα μόλις έτος, το όφελος αποτιμάται σε 38 τρισ. δολάρια μόνο για τις ΗΠΑ. Τρία βήματα θα μετρούσαν άμεσα: 1) το προσδόκιμο υγιούς ζωής επίσημος δείκτης του ΕΣΥ – δεν διαχειριζόμαστε ό,τι δεν μετράμε· 2) επένδυση στην πρόληψη και στις «ανιαρές» υπηρεσίες των πέντε κατηγοριών – αποκατάσταση, ψυχική υγεία στην πρωτοβάθμια, ακουστικά βαρηκοΐας, πρόληψη πτώσεων· 3) μετατόπιση της πρόληψης στη μέση ηλικία, όπου το χάσμα ήδη ανοίγει.

Μια πρόταση από την Ελλάδα

Το δεύτερο εξάμηνο του 2027 η Ελλάδα αναλαμβάνει την προεδρία του Συμβουλίου της Ε.Ε. Κάθε προεδρία επιλέγει μια σημαία. Προτείνουμε αυτή να είναι το μέρισμα μακροζωίας, με εφικτό παραδοτέο: Συμπεράσματα Συμβουλίου που αναβαθμίζουν το χάσμα νοσηρότητας σε λειτουργικό ευρωπαϊκό δείκτη – αιτιολογική ανάλυση ανά κράτος-μέλος, ετήσια δημοσίευση, σύνδεση με τον προγραμματισμό υγείας και ασφάλισης. Η πρόταση αντέχει τις τέσσερις προβλέψιμες ενστάσεις – τα «δεν χρειάζεται» και «δεν γίνεται».

«Η Eurostat το μετράει ήδη». Πράγματι – με μία ερώτηση αυτοαξιολόγησης, γνωστά προβλήματα συγκρισιμότητας και χωρίς αποδόμηση: λέει πόσα χρόνια χάνονται, όχι σε τι. Ενα υπουργείο που βλέπει αριθμό χωρίς αιτίες δεν ξέρει πού να βάλει το επόμενο ευρώ. Υπάρχει και προηγούμενο: ο στόχος του 2011 για δύο επιπλέον υγιή έτη έως το 2020 δεν επιτεύχθηκε – η πορεία ήταν αντίθετη. Δείκτης χωρίς αιτίες και χωρίς λογοδοσία δοκιμάστηκε ήδη. Απέτυχε.

Η αρμοδιότητα; Η δημόσια υγεία είναι, κατά το άρθρο 168 ΣΛΕΕ, κατά βάσιν εθνική. Γι’ αυτό δεν προτείνεται εναρμόνιση, αλλά κοινή, συγκρίσιμη, αιτιολογημένη μέτρηση. Ο,τι μετριέται με κοινό τρόπο, συγκρίνεται· ό,τι συγκρίνεται, βελτιώνεται.

Το κόστος; Μηδενικό: τα δεδομένα παράγονται ήδη, με ανοιχτή πρόσβαση, από το Global Burden of Disease. Ζητείται μόνο να αξιοποιηθεί κάτι που υπάρχει και αγνοείται.

Ο χρόνος; Εξι μήνες δεν αρκούν για μεταρρύθμιση συστημάτων υγείας· αρκούν απολύτως για συμπεράσματα Συμβουλίου – την προϋπόθεση κάθε επόμενης μεταρρύθμισης. Αυτή τη φορά, με ονομασμένες αιτίες και ετήσιο απολογισμό, ο στόχος δεν θα ξεχαστεί αθόρυβα.

Η Ευρώπη είναι η γηραιότερη ήπειρος με τα μεγαλύτερα χάσματα νοσηρότητας – άρα με το μεγαλύτερο ανείσπρακτο μέρισμα. Και η Ελλάδα διαθέτει ό,τι καμία άλλη πρωτεύουσα: εδώ θεμελιώθηκε επιστημονικά η μεσογειακή διατροφή, εδώ μελετώνται επί δεκαετίες κοινότητες μακροζωίας, εδώ το ζήτημα είναι δημοσιονομικά επείγον. Σπάνια μια χώρα έχει ταυτόχρονα το επιχείρημα, τη νομιμοποίηση και το κίνητρο.

Η επιτυχία της ιατρικής του 20ού αιώνα ήταν να μας κρατήσει ζωντανούς. Η δοκιμασία του 21ου είναι να μας κρατήσει ικανούς και λειτουργικούς. Το μέρισμα υπάρχει, είναι μετρήσιμο, τα εργαλεία φθηνά και διαθέσιμα.

Το όφελος για τον πολίτη είναι καθημερινό: λιγότερος πόνος στη μέση, ακοή που δεν χάνεται σιωπηλά, ένα σπίτι χωρίς πτώσεις, ψυχική υγεία που αντιμετωπίζεται πριν γίνει αναπηρία. Για τη χώρα: περισσότεροι ικανοί να εργάζονται και να φροντίζουν, λιγότερες κλίνες με προλήψιμη νοσηρότητα, ελαφρύτερο ασφαλιστικό φορτίο. Δεν είναι δαπάνη· είναι οικονομική αναγκαιότητα – επένδυση με τεκμηριωμένη απόδοση.

Η επιτυχία της Ιατρικής του 20ού αιώνα ήταν να μας κρατήσει ζωντανούς. Η δοκιμασία του 21ου είναι να μας κρατήσει ικανούς και λειτουργικούς. Το μέρισμα υπάρχει, είναι μετρήσιμο, τα εργαλεία φθηνά και διαθέσιμα. Λείπει μόνο η απόφαση να το εισπράξουμε – και η ευκαιρία να ληφθεί έχει ημερομηνία.

*Η κ. Εύη Χατζηανδρέου, MD, MPH, DrPH, είναι ιατρός δημόσιας υγείας και συνιδρύτρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Υγιούς Μακροζωίας.
*Ο κ. Γεώργιος Π. Χρούσος είναι ομότιμος καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Υγιούς Μακροζωίας.

Γιατι διευρυνονται οι ανισοτήτες υγείας

Η υγεία δεν είναι απλώς η απουσία νόσου, αλλά μια δυναμική κατάσταση σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας που διαμορφώνεται από το περιβάλλον στο οποίο γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε, εργαζόμαστε, γερνάμε και αναζητούμε φροντίδα. Είναι πολυδιάστατο κοινωνικό αγαθό και θεμελιώδες δικαίωμα, στο οποίο συνυφαίνονται οικονομικοί πόροι, μόρφωση, στέγαση, εργασία, πολιτισμικό κεφάλαιο και πρόσβαση σε αποτελεσματικές υπηρεσίες, γι’ αυτό απαιτεί ενεργό κρατική προστασία και ιδιαίτερη μέριμνα για τις πιο ευάλωτες ομάδες. Αποτυπώνεται με δείκτες, όπως η νοσηρότητα, η θνησιμότητα, το προσδόκιμο υγιούς ζωής, οι δαπάνες υγείας και η αυτοαξιολογούμενη υγεία.

Οι ανισότητες υγείας δεν είναι τυχαίες αποκλίσεις, αλλά το βιολογικό αποτύπωμα της άνισης κατανομής των ευκαιριών ζωής. Διαφορές στη θνησιμότητα, στα χρόνια νοσήματα και στην πρόσβαση σε υπηρεσίες αντανακλούν βαθύτερες ανισότητες στο εισόδημα, στην εκπαίδευση, στην εργασία, στη στέγαση, στον υγειονομικό αλφαβητισμό, στο φύλο, στην ηλικία, στην αναπηρία, στη μετανάστευση και τη γεωγραφία. Ετσι δημιουργείται φαύλος κύκλος: η φτώχεια και η επισφάλεια επιβαρύνουν την υγεία, ενώ η κακή υγεία περιορίζει την εκπαίδευση, την εργασία και την κοινωνική κινητικότητα, αναπαράγοντας την αρχική ανισότητα.

Η κοινωνική ανισότητα δεν παραμένει έξω από το σώμα· εγγράφεται σε αυτό. Η παρατεταμένη οικονομική ανασφάλεια, η ανεργία, η ακατάλληλη στέγαση και η κοινωνική απομόνωση ενεργοποιούν κατ’ επανάληψη τα συστήματα προσαρμογής του οργανισμού. Οταν το στρες γίνεται χρόνιο, η προστατευτική απόκριση μετατρέπεται σε αλλοστατικό και στη συνέχεια κακοστατικό φορτίο: διαταράσσεται ο ύπνος, αυξάνονται η μεταβολική δυσλειτουργία, η υποβόσκουσα φλεγμονή και η αρτηριακή πίεση, ενώ επιβαρύνονται η ψυχική υγεία και η γνωστική λειτουργία. Οι κοινωνικοί προσδιοριστές μεταφράζονται έτσι σε νευροενδοκρινικούς, μεταβολικούς, ανοσιακούς και συμπεριφορικούς μηχανισμούς – η ανισότητα γίνεται κυριολεκτικά βιολογία.

Το επίπεδο υγείας και η πρόσβαση σε υπηρεσίες κατανέμονται ανομοιόμορφα ανάλογα με το εισόδημα, τη μόρφωση, την ηλικία και τον τόπο κατοικίας. Οι κάτοικοι αγροτικών και απομακρυσμένων περιοχών αντιμετωπίζουν πρόσθετα εμπόδια – αποστάσεις, ελλείψεις προσωπικού και άνιση κατανομή υποδομών –, καθιστώντας τη γεωγραφία δεύτερο νόμισμα ανισότητας μετά το εισόδημα. Μελέτες διεθνών οργανισμών για την περίοδο 2015-2025, επιβεβαιώνουν ότι τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα εμφανίζουν χειρότερη υγεία και περισσότερες ανεκπλήρωτες ανάγκες, ενώ οι υψηλές ιδιωτικές δαπάνες – στη φαρμακευτική αγωγή, στην οδοντιατρική φροντίδα – λειτουργούν ως ουσιαστικός φραγμός, ιδίως για τους λιγότερο μορφωμένους με χαμηλότερο υγειονομικό αλφαβητισμό. Παρά την τυπική καθολική κάλυψη, πάνω από το 20% του πληθυσμού δεν έλαβε το 2024 την αναγκαία ιατρική φροντίδα, σύμφωνα με στοιχεία του ΙΟΒΕ που δημοσιοποιήθηκαν τον Ιούνιο του 2026 – απόδειξη ότι η κατοχύρωση ενός δικαιώματος δεν ισοδυναμεί με την πραγματική δυνατότητα άσκησής του.

Οι χρόνιες παθήσεις και οι λειτουργικοί περιορισμοί συνδέονται με χαμηλότερη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, απώλεια εισοδήματος και αυξημένο κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Η οικονομική κρίση και η μεταπανδημική περίοδος ανέδειξαν ότι οι ανεκπλήρωτες ανάγκες, δεν οφείλονται μόνο στην έλλειψη εισοδήματος αλλά και στις ελλείψεις προσωπικού, τους μεγάλους χρόνους αναμονής, τον κατακερματισμό της φροντίδας και την αδύναμη πρωτοβάθμια περίθαλψη. Η καθυστέρηση μιας διάγνωσης ή θεραπείας δεν είναι ουδέτερη· συχνά μετατρέπει ένα αντιμετωπίσιμο πρόβλημα σε χρόνια νόσο, αυξάνοντας το ανθρώπινο και οικονομικό κόστος – ένα σύστημα που πληρώνει περισσότερο επειδή προλαμβάνει λιγότερο.

Ισότητα δεν σημαίνει να προσφέρουμε σε όλους το ίδιο, αλλά να κατανέμουμε πόρους ανάλογα με την ανάγκη, ώστε όλοι να φτάνουν σε συγκρίσιμο επίπεδο προστασίας. Αυτό απαιτεί μετατόπιση από ένα σύστημα που θεραπεύει αργά προς ένα που προλαμβάνει έγκαιρα: ενίσχυση των δημόσιων δαπανών προς ισχυρή πρωτοβάθμια φροντίδα, πρόληψη, εμβολιασμοί, προσυμπτωματικός έλεγχος και ψυχική υγεία· πολιτικές γεωγραφικής σύγκλισης και ισόρροπης κατανομής του υγειονομικού δυναμικού, τηλεϊατρική όπου είναι κατάλληλη, περιορισμός των καταστροφικών ιδιωτικών πληρωμών και προστασία των οικονομικά ευάλωτων. Παράλληλα, χρειάζεται επένδυση στην εκπαίδευση, στην αξιοπρεπή εργασία και στην ασφαλή στέγαση, διότι η υγεία παράγεται κυρίως έξω από τα νοσοκομεία.

Το μέτρο ενός συστήματος υγείας δεν είναι μόνο η τεχνολογική του αρτιότητα, αλλά και η ικανότητά του να φτάνει έγκαιρα στον άνθρωπο που το χρειάζεται περισσότερο. Μια κοινωνία που ανέχεται μεγάλες ανισότητες υγείας υπονομεύει τη δικαιοσύνη, την παραγωγικότητα και τη δημοκρατική συνοχή της. Η μείωση των ανισοτήτων δεν είναι φιλανθρωπική επιλογή, αλλά επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στην κοινωνική ειρήνη και στη βιώσιμη ανάπτυξη – και ο πιο αξιόπιστος δείκτης πολιτισμού μιας οργανωμένης κοινωνίας.

Ο Ισίδωρος Μέντης είναι φαρμακοποιός ΕΟΠΥΥ (ΕΚΠΑ), κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στη Διοίκηση Επιχειρήσεων και Οικονομικών Μονάδων, με εξειδίκευση στα Οικονομικά της Υγείας (ΕΚΠΑ), στέλεχος Διεύθυνσης Φαρμάκου Κεντρικής Υπηρεσίας ΕΟΠΥΥ

Ο Γεώργιος Π. Χρούσος είναι ακαδημαϊκός, ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας, επικεφαλής στην έδρα της UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής, ΕΚΠΑ, και πρόεδρος στο Ελληνικό Ινστιτούτο Pasteur

ΠΗΓΗ

Πυρκαγιές: Προστατεύοντας τον εγκέφαλο, το σώμα και το μέλλον των παιδιών

Κάθε καλοκαίρι η Ελλάδα δοκιμάζεται από τις πυρκαγιές. Οι τηλεοπτικές εικόνες εστιάζουν, δικαίως, στις φλόγες που καταστρέφουν δάση, σπίτια και περιουσίες. Ωστόσο, υπάρχει μια άλλη, αόρατη πυρκαγιά που συνεχίζει να καίει και όταν οι τελευταίες σπίθες έχουν πλέον σβήσει. Είναι η πυρκαγιά που αφήνει το αποτύπωμά της στον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο και στον οργανισμό των παιδιών.

Η βιολογία μάς διδάσκει ότι το παιδί δεν είναι «μικρογραφία του ενηλίκου». Βρίσκεται σε μια περίοδο συνεχούς ανάπτυξης, κατά την οποία ο εγκέφαλος δημιουργεί εκατομμύρια νέες συνδέσεις, οι πνεύμονες ωριμάζουν, το ανοσοποιητικό σύστημα εκπαιδεύεται και το ενδοκρινικό σύστημα ρυθμίζει την ανάπτυξη και την προσαρμογή. Ολόκληρος ο οργανισμός λειτουργεί ως ένα θαυμαστό εργαστήριο διαμόρφωσης του μέλλοντος. Αυτό ακριβώς, όμως, καθιστά τα παιδιά ιδιαίτερα ευάλωτα στις επιπτώσεις μιας μεγάλης πυρκαγιάς.

Ο καπνός που εισπνέουμε δεν αποτελείται μόνο από διοξείδιο του άνθρακα. Περιέχει μικροσκοπικά αιωρούμενα σωματίδια, πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες, βαρέα μέταλλα και δεκάδες άλλες τοξικές ουσίες που διεισδύουν βαθιά στις κυψελίδες των πνευμόνων και από εκεί εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος. Στα παιδιά, που αναπνέουν περισσότερο αέρα ανά κιλό σωματικού βάρους από τους ενηλίκους, η επιβάρυνση είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι κρίσεις άσθματος, λοιμώξεις του αναπνευστικού, διαταραχή της ανάπτυξης των πνευμόνων και πιθανώς αυξημένος κίνδυνος χρόνιων καρδιοαναπνευστικών νοσημάτων αργότερα στη ζωή.

Ομως η μεγαλύτερη επίδραση των πυρκαγιών ίσως να μην είναι αυτή που είναι ορατή στις ακτινογραφίες και στις εξετάσεις αίματος. Είναι το στρες. Το ανθρώπινο σύστημα του στρες εξελίχθηκε επί εκατομμύρια χρόνια για να μας προστατεύει από άμεσους κινδύνους. Μέσα σε δευτερόλεπτα ενεργοποιεί τον εγκέφαλο, το αυτόνομο νευρικό σύστημα και τους ενδοκρινείς αδένες, αυξάνοντας την έκκριση κορτιζόλης, κατεχολαμινών, φλεγμονωδών παραγόντων και άλλων ουσιών. Πρόκειται για μια θαυμαστή εξελικτική προσαρμογή που επιτρέπει την επιβίωση.

Οταν ωστόσο ο φόβος είναι παρατεταμένος, όταν το παιδί βλέπει το σπίτι του να απειλείται, όταν αναγκάζεται να εγκαταλείψει το οικείο περιβάλλον του ή όταν ζει επί ημέρες μέσα στην αβεβαιότητα, τότε το φυσιολογικό στρες μπορεί να μετατραπεί σε χρόνιο τοξικό στρες. Και το τοξικό στρες δεν τραυματίζει μόνο την ψυχή. Επηρεάζει τη διαμόρφωση των νευρωνικών κυκλωμάτων, την ανοσολογική λειτουργία, τον μεταβολισμό, ακόμη και τη γονιδιακή έκφραση μέσω επιγενετικών μηχανισμών. Με άλλα λόγια, οι μεγάλες φυσικές καταστροφές μπορούν να αφήσουν ένα βιολογικό αποτύπωμα που θα συνοδεύει το παιδί για πολλά χρόνια.

Γι’ αυτόν τον λόγο η προστασία των παιδιών είναι καλό να αρχίζει πολύ πριν ανάψει η πρώτη σπίθα. Η πρόληψη αποτελεί την πιο αποτελεσματική θεραπεία. Κάθε οικογένεια οφείλει να διαθέτει σχέδιο εκκένωσης, να γνωρίζει ασφαλείς διαδρομές διαφυγής και να έχει προετοιμάσει έναν βασικό εξοπλισμό έκτακτης ανάγκης με νερό, φάρμακα, φακό, τα βασικά πιστοποιητικά και τα απαραίτητα για τα μικρά παιδιά. Οπως εκπαιδεύουμε ένα παιδί να διασχίζει με ασφάλεια τον δρόμο, έτσι πρέπει να το εκπαιδεύσουμε, με ήρεμο και παιγνιώδη τρόπο, να αντιμετωπίζει και μια φυσική καταστροφή χωρίς πανικό. Εξάλλου, τα παιδιά, από την ηλικία ακόμη του νηπιαγωγείου, έχουν εκπαιδευτεί με ασκήσεις εκκένωσης στο σχολικό τους περιβάλλον.

Κατά τη διάρκεια μιας πυρκαγιάς, η έγκαιρη εκκένωση σώζει ζωές. Η παραμονή σε κλειστούς χώρους όταν η ατμόσφαιρα είναι επιβαρυμένη, η χρήση καθαριστών αέρα με φίλτρα υψηλής απόδοσης, η αποφυγή έντονης σωματικής δραστηριότητας και η ιδιαίτερη προστασία των παιδιών με άσθμα ή άλλα χρόνια νοσήματα αποτελούν βασικά μέτρα δημόσιας υγείας.

Εξίσου σημαντική είναι όμως και η συναισθηματική προστασία. Ο εγκέφαλος του παιδιού «δανείζεται» την ηρεμία των γονέων του. Ενας ψύχραιμος ενήλικος λειτουργεί ως βιολογικός ρυθμιστής του συστήματος του στρες του παιδιού. Η αγκαλιά, η ειλικρινής αλλά ψύχραιμη εξήγηση χωρίς δραματικά στοιχεία, η αποφυγή δραματικών εικόνων και αφηγήσεων από τα μέσα ενημέρωσης και η όσο το δυνατόν ταχύτερη επιστροφή στην καθημερινή ρουτίνα αποτελούν πραγματικές θεραπευτικές παρεμβάσεις.

Οι πυρκαγιές θα αποτελούν πλέον μέρος της νέας μας πραγματικότητας. Η κλιματική αλλαγή αυξάνει τη συχνότητα, την ένταση και τη διάρκεια των ακραίων θερμικών επεισοδίων, που σημαίνει ότι η προστασία των παιδιών δεν μπορεί να είναι περιστασιακή. Πρέπει να αποτελεί κεντρικό άξονα της δημόσιας υγείας, της εκπαίδευσης και της πολιτικής προστασίας.

Ο πολιτισμός μιας κοινωνίας δεν μετριέται τόσο από τα τεχνολογικά και άλλα επιτεύγματά της, όσο από το πώς προστατεύει τα παιδιά της όταν δοκιμάζεται. Τα δάση μπορούν να αναγεννηθούν. Τα σπίτια μπορούν να ξαναχτιστούν. Ο παιδικός εγκέφαλος διαθέτει επίσης εντυπωσιακή πλαστικότητα. Ομως αυτή η πλαστικότητα χρειάζεται ένα περιβάλλον ασφάλειας, αγάπης και σταθερότητας για να μετατραπεί σε ανθεκτικότητα.

Η πρόληψη, λοιπόν, δεν πρέπει να αφορά μόνο τα μέτρα για τα δάση και τα σπίτια, αλλά και τα μέτρα για τους ανθρώπους. Και ανάμεσα σε όλους, τα παιδιά αποτελούν το πολυτιμότερο οικοσύστημα που έχουμε την ευθύνη να διαφυλάξουμε. Αν προστατεύσουμε τον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο, το σώμα και την ψυχή τους, τότε θα έχουμε προστατεύσει και το ίδιο το μέλλον της χώρας.

ΥΓ: στην ιστοσελίδα του National Child Traumatic Stress Network των ΗΠΑ υπάρχει ένα εξαιρετικό παιδικό βιβλίο για αντιμετώπιση κρίσεων, στα ελληνικά, με οδηγό για τους ενηλίκους. Tο e-book «Τρίνκα και Σαμ: η μεγάλη πυρκαγιά» [Trinka and Sam: The Big Fire (in Greek)] μεταφράστηκε με άδεια του Δικτύου από τη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Αν. Αττικής, με σκοπό τη στήριξη των γονέων και των παιδιών μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 2018 στο Μάτι. Εκτός από την παιδική ιστορία, περιλαμβάνει πλήρη οδηγό ενηλίκων για την επεξεργασία της με τα παιδιά, καθώς και γενικότερες οδηγίες για τη διαχείριση του παιδικού τραύματος που προκαλούν οι πυρκαγιές.

Ο Γεώργιος Π. Χρούσος είναι ακαδημαϊκός, ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας, επικεφαλής στην έδρα της UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής, ΕΚΠΑ, πρόεδρος στο Ελληνικό Ινστιτούτο Pasteur.

ΠΗΓΗ

 

Ελληνικό καλοκαίρι: το αρχαιότερο «φάρμακο» για υγιή μακροζωία

Κάθε Ιούλιο και Αύγουστο επαναλαμβάνεται στην Ελλάδα ένα τελετουργικό. Οι πόλεις αδειάζουν, οι ακτές γεμίζουν, οι άνθρωποι στρέφονται στη θάλασσα. Παιδιά παίζουν ξυπόλητα στην άμμο, νέοι και ηλικιωμένοι κολυμπούν με τις ώρες, οικογένειες και φίλοι μοιράζονται το ίδιο τραπέζι. Το θεωρούμε διακοπές. Ισως όμως η βιολογία να το ονομάζει διαφορετικά. Ισως να πρόκειται για μία από τις αποτελεσματικότερες φυσικές παρεμβάσεις υγείας που γνώρισε ποτέ ο άνθρωπος.

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται στις πλουσιότερες χώρες του κόσμου ούτε διαθέτει το τελειότερο σύστημα υγείας, οι Ελληνες εμφανίζουν ένα από τα μεγαλύτερα προσδόκιμα ζωής παγκοσμίως. Η μεσογειακή διατροφή – που ακολουθείται όλο και λιγότερο – ασφαλώς αποτελεί μέρος της εξήγησης, ωστόσο, πιθανότατα δεν είναι ο μοναδικός λόγος. Η σύγχρονη βιολογία μάς δείχνει και μια διαφορετική πιθανή αιτιολόγηση. Ολόκληρο το ελληνικό καλοκαίρι λειτουργεί ως ένα πολύπλοκο βιολογικό πρόγραμμα εκπαίδευσης του οργανισμού.

Στη θεωρία του στρες γνωρίζουμε ότι η ζωή δεν εξελίχθηκε μέσα στην άνεση αλλά μέσα στις προκλήσεις. Ο οργανισμός έγινε ισχυρότερος επειδή έμαθε να προσαρμόζεται σε μικρές, παροδικές επιβαρύνσεις. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται όρμηση (hormesis): ένα ήπιο στρεσογόνο ερέθισμα δεν προκαλεί βλάβη· αντίθετα ενεργοποιεί τους μηχανισμούς επιδιόρθωσης, προστασίας και αναγέννησης του οργανισμού. Το ελληνικό καλοκαίρι αποτελεί ίσως το πιο ολοκληρωμένο παράδειγμα αυτής της αρχής.

Πρώτα έρχεται ο ήλιος. Επί δεκαετίες η υπεριώδης ακτινοβολία αντιμετωπιζόταν σχεδόν αποκλειστικά ως απειλή. Και πράγματι, η υπερβολική έκθεση προκαλεί εγκαύματα, φωτογήρανση και αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου του δέρματος. Ομως η βιολογία σπανίως είναι μονοδιάστατη. Η ήπια, ελεγχόμενη έκθεση στον ήλιο αποτελεί θεμελιώδη ανάγκη του ανθρώπινου οργανισμού. Η βιταμίνη D, η οποία στην πραγματικότητα λειτουργεί ως στεροειδής ορμόνη, ενεργοποιείται στο δέρμα υπό την επίδραση του ηλιακού φωτός και συμμετέχει στη ρύθμιση εκατοντάδων γονιδίων που σχετίζονται με το ανοσοποιητικό σύστημα, τους μυς, τα οστά και τον εγκέφαλο.

Ταυτόχρονα, το φυσικό φως συγχρονίζει το κιρκάδιο ρολόι, σταθεροποιεί την έκκριση κορτιζόλης και μελατονίνης, βελτιώνει τον ύπνο και ενισχύει τη διάθεση. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, αποκαλύφθηκε ένας ακόμη εντυπωσιακός μηχανισμός. Η υπεριώδης ακτινοβολία διεγείρει την απελευθέρωση νιτρικού οξειδίου (NO) από το δέρμα, προκαλώντας αγγειοδιαστολή και συμβάλλοντας στη μείωση της αρτηριακής πίεσης. Ισως, λοιπόν, μέρος της καρδιοπροστατευτικής δράσης του ήλιου να μην οφείλεται μόνο στη βιταμίνη D, αλλά και σε αυτό το πανίσχυρο βιολογικό μόριο.

Επειτα είναι και η θάλασσα. Η πρώτη βουτιά αποτελεί μια εξαιρετική άσκηση για το αυτόνομο νευρικό σύστημα. Καθώς το θαλασσινό νερό είναι πάντοτε ψυχρότερο από το ανθρώπινο σώμα, η απότομη διαφορά θερμοκρασίας ενεργοποιεί προσωρινά το συμπαθητικό σύστημα, αυξάνοντας την εγρήγορση και την καρδιακή λειτουργία. Λίγα λεπτά αργότερα, όμως, επικρατεί το παρασυμπαθητικό σύστημα, η καρδιά ηρεμεί, η αναπνοή γίνεται βαθύτερη και ο εγκέφαλος πλημμυρίζει από το αίσθημα της ευεξίας. Πρόκειται για ένα καθημερινό μάθημα βιολογικής προσαρμογής, που ολοκληρώνεται με το κολύμπι, το οποίο αποτελεί μία από τις πληρέστερες μορφές αερόβιας άσκησης, προστατεύει την καρδιά, βελτιώνει τον μεταβολισμό, αυξάνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη, διατηρεί τη μυϊκή μάζα και επιβραδύνει τη σαρκοπενία, έναν από τους σημαντικότερους βιολογικούς δείκτες της γήρανσης. Κάτι πιθανά εξίσου βοηθητικό που εμφανίζεται τα καλοκαίρια στη χώρα μας είναι η θερμότητα. Κάθε φορά που το σώμα εκτίθεται σε ήπια αλλαγή θερμοκρασίας στο θαλάσσιο μπάνιο, ενεργοποιείται ένα πανάρχαιο σύστημα κυτταρικής άμυνας. Παράγονται οι πρωτεΐνες θερμικού σοκ (Heat Shock Proteins), οι οποίες προστατεύουν τις πρωτεΐνες του κυττάρου από λανθασμένη αναδίπλωση, ενισχύουν την αυτοφαγία, δηλαδή τον αυτοκαθαρμό των κυττάρων, περιορίζουν τη συσσώρευση κατεστραμμένων μορίων και βελτιώνουν τη λειτουργία των μιτοχονδρίων. Είναι οι ίδιοι ακριβώς μηχανισμοί που ενεργοποιούνται με τη σωματική άσκηση, τη νηστεία και τη σάουνα, μια έννοια που πρόσφατα άρχισε να τεκμηριώνεται επιστημονικά. Με άλλα λόγια, ο οργανισμός δεν ενδυναμώνεται επειδή αποφεύγει κάθε πρόκληση. Ενδυναμώνεται επειδή μαθαίνει να την αντιμετωπίζει.

Το ελληνικό καλοκαίρι, όμως, δεν θεραπεύει μόνο το σώμα. Θεραπεύει και τον εγκέφαλο και την «ψυχή». Οι παραλίες δεν αποτελούν απλώς τόπους αναψυχής. Είναι χώροι κοινωνικής συνοχής. Εκεί συναντώνται τρεις και συχνά τέσσερις γενιές της ίδιας οικογένειας. Η μοναξιά υποχωρεί. Το γέλιο επιστρέφει. Οι συζητήσεις διαρκούν μέχρι αργά το βράδυ.

Το χρόνιο ψυχοκοινωνικό στρες μειώνεται, ενώ η αίσθηση του «ανήκειν», ίσως ο σημαντικότερος προστατευτικός παράγοντας της ψυχικής και σωματικής υγείας, ενισχύεται. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές από τις περίφημες «Μπλε Ζώνες» του πλανήτη, όπου οι άνθρωποι ζουν περισσότερο και γερνούν υγιέστερα, χαρακτηρίζονται από ακριβώς αυτή τη σύζευξη φυσικού περιβάλλοντος, καθημερινής κίνησης, κοινωνικότητας και απλής ζωής. Η Ικαρία αποτελεί το ελληνικό παράδειγμα αυτής της πραγματικότητας.

Ισως, λοιπόν, ήρθε η ώρα να διευρύνουμε την έννοια της μεσογειακής δίαιτας και να μιλήσουμε για τον μεσογειακό τρόπο ζωής. Εναν τρόπο ζωής που δεν περιλαμβάνει μόνο τη διατροφή με ελαιόλαδο, όσπρια και ψάρια, αλλά και καθημερινό περπάτημα, θαλάσσιο μπάνιο, φυσικό φως, ήπια θερμική επιβάρυνση, κοινωνική συνύπαρξη και μεσημβρινή ανάπαυση. Κάλλιστα, θα μπορούσαμε να περιγράψουμε αυτό το σύνολο με έναν νέο όρο: Μεσογειακή όρμηση (Mediterranean hormesis). Δηλαδή, συνδυασμένη δράση πολλών μικρών φυσικών προκλήσεων που, ενεργώντας ταυτόχρονα, ενεργοποιούν τα εξελικτικά προγράμματα επιδιόρθωσης, ανθεκτικότητας και μακροζωίας του ανθρώπινου οργανισμού. Σε μια εποχή όπου αναζητούμε διαρκώς το επόμενο θαυματουργό φάρμακο ή τη νέα τεχνολογία αντιγήρανσης, ίσως αξίζει να στρέψουμε το βλέμμα μας σε κάτι πολύ πιο απλό. Στον ελληνικό ήλιο, την ελληνική θάλασσα και την ανθρώπινη συντροφιά. Η φύση μάς τα προσφέρει δωρεάν εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Συνεπώς, κάθε καλοκαίρι, οι Ελληνες μπορεί να «συσσωρεύουν» ένα βιολογικό αποθεματικό φυσιολογικής ψυχοσωματικής ανθεκτικότητας (physiological resilience reserve), το οποίο θα τους προστατεύει κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Ισως, τελικά, ένα σημαντικό μυστικό της μακροζωίας μας βρίσκεται κάθε καλοκαίρι μπροστά στα μάτια μας, εκεί όπου ο άνθρωπος συναντά ξανά το περιβάλλον μέσα στο οποίο εξελίχθηκε. Και αυτό να είναι ένα από τα σοφά «φάρμακα» που διαθέτουμε και μπορούμε να εκμεταλλευτούμε.

Ο Γεώργιος Π. Χρούσος, ακαδημαϊκός, ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας, επικεφαλής της Εδρας UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής, ΕΚΠΑ, πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Pasteur

ΠΗΓΗ

Δύο διαφορετικές μηχανές πρόβλεψης

Ο ανθρώπινος νους απεχθάνεται το κενό. Κάθε φορά που η πραγματικότητα μας προσφέρει ελλιπείς πληροφορίες, ο εγκέφαλός μας επιχειρεί σχεδόν αυτόματα να συμπληρώσει ό,τι λείπει. Συμπεραίνει, επάγεται, φαντάζεται και προβλέπει. Αυτή η ικανότητα υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα εξελικτικά πλεονεκτήματα του ανθρώπου. Χωρίς αυτήν, οι πρόγονοί μας δεν θα μπορούσαν να προβλέψουν την κίνηση του θηράματος, τις προθέσεις των αντιπάλων, την έλευση μιας καταιγίδας ή τις συνέπειες μιας απόφασης. Η νοημοσύνη, σε μεγάλο βαθμό, είναι η τέχνη της καλύτερης δυνατής εικασίας όταν τα δεδομένα είναι ατελή.

Με ανάλογο τρόπο λειτουργούν και τα σύγχρονα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα (LLMs). Λαμβάνοντας μια ακολουθία λέξεων, προβλέπουν την πιθανότερη συνέχεια, με βάση τα πρότυπα που έχουν μάθει από τεράστιους όγκους ανθρώπινης γλώσσας. Παρότι ο βιολογικός νευρώνας και ο τεχνητός μετασχηματιστής διαφέρουν ριζικά ως προς τη δομή τους, μοιράζονται μια θεμελιώδη υπολογιστική αρχή: την πρόβλεψη μέσω συμπλήρωσης των κενών.

Η συμπλήρωση των κενών είναι η φυσιολογική λειτουργία κάθε νοήμονος συστήματος. Οταν στηρίζεται σε επαρκή δεδομένα, παράγει ουσιαστική σχέση με την πραγματικότητα, έχει, δηλαδή, πραγματιστική διορατικότητα. Οταν τα δεδομένα είναι ελλιπή, παράγει εικασίες. Και όταν οι εικασίες διορθώνονται από την πραγματικότητα, γεννιέται η μάθηση. Οταν, όμως, παύουν να διορθώνονται, αρχίζει να αυξάνεται η απόσταση από την πραγματικότητα και δημιουργείται η παθολογία, δηλαδή οι ψευδαισθήσεις (λανθασμένη ερμηνεία υπαρκτού ερεθίσματος), οι παραισθήσεις (αντίληψη χωρίς εξωτερικό ερέθισμα) και τα παραληρήματα (ψευδής, ακλόνητη πεποίθηση).

Η ομοιότητα αυτή μας οδηγεί σε έναν ευρύτερο στοχασμό για τη φύση της ίδιας της νοημοσύνης. Η πραγματικότητα δεν μας προσφέρει σχεδόν ποτέ πλήρη πληροφόρηση. Κάθε παρατήρηση μπορεί να δίνει μερικές, συγκεχυμένες ή και αβέβαιες πληροφορίες. Ο κόσμος μοιάζει με μια πρόταση που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Είτε πρόκειται για ένα γιατρό που προσπαθεί να διαγνώσει έναν ασθενή, είτε για κάποιο φυσικό που ερμηνεύει ένα πείραμα, είτε για έναν άνθρωπο που αποφασίζει αν θα πάρει ομπρέλα πριν βγει από το σπίτι, η σκέψη απαιτεί σχεδόν πάντοτε προσθήκη πληροφοριών που δεν είναι άμεσα διαθέσιμες. Η λογική αποτελεί τον πειθαρχημένο μηχανισμό αυτής της διανοητικής προσθήκης.

Η σύγχρονη γνωσιακή νευροεπιστήμη περιγράφει ολοένα και περισσότερο τον εγκέφαλο ως μια μηχανή πρόβλεψης. Σύμφωνα με τη θεωρία της προβλεπτικής επεξεργασίας, ο εγκέφαλος δημιουργεί συνεχώς εσωτερικά μοντέλα του κόσμου, προβλέπει τι πρόκειται να συμβεί και στη συνέχεια συγκρίνει τις προβλέψεις του με τα αισθητηριακά του δεδομένα. Η γνώση, εν ολίγοις, δεν γεννιέται μόνο από την παρατήρηση, αλλά και από τη συνεχή διόρθωση του σφάλματος πρόβλεψης.

Η ίδια αρχή εξηγεί και τη λειτουργία των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων. Κατά την εκπαίδευσή τους απορροφούν γλωσσικές δομές, επιστημονικές γνώσεις, πολιτισμικά πρότυπα και λογικές σχέσεις. Κατά τη χρήση τους δεν «γνωρίζουν» την επόμενη λέξη· υπολογίζουν την πιθανότερη συνέχεια και ανασυνθέτουν το ελλείπον νόημα. Είναι, ουσιαστικά, στατιστικές μηχανές σημασιολογικής συμπλήρωσης. Από αυτή την απλή αρχή αναδύονται πολύπλοκες μορφές συλλογισμού, εξήγησης, δημιουργικότητας και, ενίοτε, εντυπωσιακής επιστημονικής σύνθεσης.

Ψευδαισθήσεις, παραισθήσεις και παραληρήματα στην ανθρώπινη και στην τεχνητή νοημοσύνη.

Κάθε πρόβλεψη, όμως, εμπεριέχει έναν εγγενή κίνδυνο. Οταν τα διαθέσιμα δεδομένα είναι ανεπαρκή, κάθε σύστημα πρόβλεψης στηρίζεται περισσότερο στις υπάρχουσες εσωτερικές παραδοχές του. Στον άνθρωπο, αυτές ονομάζονται διαίσθηση, προσδοκίες ή πεποιθήσεις· στην τεχνητή νοημοσύνη κατανομές πιθανοτήτων. Οσο καλύτερα είναι βαθμονομημένες, τόσο ακριβέστερες είναι οι προβλέψεις. Οταν η βαθμονόμηση χαθεί, τόσο ο βιολογικός όσο και ο τεχνητός νους αρχίζουν να απομακρύνονται από την πραγματικότητα. Σε αυτό το σημείο γεννιούνται οι ψευδαισθήσεις, οι παραισθήσεις και τα παραληρήματα.

Στον άνθρωπο, η ίδια γνωσιακή διαδικασία που επιτρέπει τη διορατικότητα μπορεί να οδηγήσει και σε εσφαλμένη αντίληψη, δηλαδή σε ψευδαίσθηση ή παραίσθηση. Βλέπουμε πρότυπα εκεί όπου υπάρχει τυχαιότητα, θυμόμαστε γεγονότα που ουδέποτε συνέβησαν ή αποδίδουμε προθέσεις εκεί όπου δεν υπάρχουν. Στις σοβαρότερες ψυχιατρικές ή νευρολογικές διαταραχές, οι εσωτερικές προβλέψεις υπερισχύουν των αισθητηριακών δεδομένων.

Ανάλογα, τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, όταν δεν διαθέτουν επαρκείς πληροφορίες ή πιέζονται να απαντήσουν πέρα από τα όρια της γνώσης τους, συνεχίζουν να παράγουν λεκτικά άψογες αλλά πραγματολογικά αβάσιμες αφηγήσεις. Επινοούν βιβλιογραφικές αναφορές, γεγονότα ή λογικοφανείς αλλά ψευδείς ιστορίες. Οι λεγόμενες hallucinations των LLMs μοιάζουν, μάλιστα, περισσότερο με το ανθρώπινο «παραλήρημα» παρά με την αισθητηριακή ψευδαίσθηση ή παραίσθηση, διότι το πρόβλημα δεν έχει να κάνει με την αντίληψη αλλά με αποτυχία αναθεώρησης μιας λανθασμένης υπόθεσης. Η ψευδαίσθηση και η παραίσθηση αποτελούν αποτυχία της αντίληψης. Το παραλήρημα αποτελεί αποτυχία της αναθεώρησης των πεποιθήσεων. Στην πρώτη περίπτωση, ο εγκέφαλος διορθώνει όταν εμφανιστούν περισσότερα δεδομένα. Στη δεύτερη, τα νέα δεδομένα παύουν να έχουν δύναμη.

Τελικά, η ουσία της νοημοσύνης δεν είναι η εξάλειψη της αβεβαιότητας αλλά η πειθαρχημένη διαχείρισή της. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος και τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα είναι, στην ουσία τους, μηχανές πρόβλεψης που επιχειρούν να ολοκληρώσουν τις ανολοκλήρωτες προτάσεις της πραγματικότητας. Και η σοφία δεν συνίσταται στο να μην εικάζουμε ποτέ, αλλά στο να γνωρίζουμε πότε οι εικασίες μας στηρίζονται επαρκώς στα δεδομένα και πότε το κενό παραμένει ακόμη πολύ μεγάλο για να συμπληρωθεί με βεβαιότητα. Oταν η πρόβλεψη υπακούει στα δεδομένα, γεννιέται η γνώση. Oταν τα δεδομένα υποτάσσονται στην πρόβλεψη, γεννιέται το παραλήρημα. Και όταν η πρόβλεψη υπηρετεί ταυτόχρονα την αλήθεια, την προσαρμογή και τη διαρκή αυτοδιόρθωση, τότε γεννιέται η σοφία.

*Ο κ. Γεώργιος Π. Χρούσος είναι ακαδημαϊκός, ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας, επικεφαλής της Εδρας UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής, ΕΚΠΑ, πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Pasteur.

 

ΠΗΓΗ

Το νέο πρόσωπο του ψυχοσωματικού δυσ-στρες

Η ανθρωπότητα έμαθε να φοβάται τις καταιγίδες, τους σεισμούς και τις πλημμύρες. Ο καύσωνας, όμως, είναι διαφορετικός. Δεν καταστρέφει κτίρια ούτε αφήνει πίσω του εικόνες θεαματικής καταστροφής. Εισέρχεται αθόρυβα στα σπίτια μας, στον ύπνο μας, στον εγκέφαλό μας και τελικά σε κάθε κύτταρο του οργανισμού μας.

Ο άνθρωπος εξελίχθηκε επί εκατομμύρια χρόνια σε ένα σχετικά σταθερό θερμικό περιβάλλον. Η βιολογία μας σχεδιάστηκε ώστε να διατηρεί τη θερμοκρασία του πυρήνα του σώματος κοντά στους 37°C. Όταν όμως η εξωτερική θερμοκρασία πλησιάζει ή υπερβαίνει τα φυσιολογικά όρια αποβολής θερμότητας, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με υψηλή υγρασία, διεγείρεται το σύστημα του στρες και ενεργοποιείται ένας γιγαντιαίος μηχανισμός επιβίωσης. Η καρδιά εργάζεται εντατικότερα. Τα αγγεία διαστέλλονται. Ο ιδρώτας αυξάνεται. Το νερό και οι ηλεκτρολύτες χάνονται. Η κορτιζόλη, οι κατεχολαμίνες και οι φλεγμονώδεις ουσίες αυξάνονται. Με άλλα λόγια, ολόκληρος ο οργανισμός εισέρχεται σε κατάσταση παρατεταμένου βιολογικού συναγερμού. Αυτό ακριβώς ορίζουμε ως στρες: τη διαταραχή της ομοιόστασης και την προσπάθεια του οργανισμού να προσαρμοστεί.

Για λίγες ώρες, αυτή η αντίδραση σώζει ζωές. Όταν όμως επαναλαμβάνεται επί ημέρες, εβδομάδες και κάθε καλοκαίρι ολοένα συχνότερα, μετατρέπεται σε χρόνιο στρες και παράγει αυτό που έχουμε ονομάσει βλαπτική ομοιόσταση ή κακόσταση και κακοστατικό φορτίο: τη συσσωρευμένη φθορά που αφήνει κάθε συνεχής προσπάθεια διατήρησης της ισορροπίας.

Ο εγκέφαλος είναι ίσως το πιο ευάλωτο όργανο. Οι νευρώνες λειτουργούν άριστα μέσα σε ένα στενό θερμοκρασιακό παράθυρο. Ακόμη και μικρές αποκλίσεις αρκούν για να διαταράξουν τη λειτουργία των νευρωνικών κυκλωμάτων. Στους καύσωνες, η σκέψη επιβραδύνεται. Η προσοχή μειώνεται. Η λήψη αποφάσεων γίνεται δυσκολότερη. Η μνήμη εξασθενεί. Τις ημέρες έντονου καύσωνα μειώνονται ακόμη και οι επιδόσεις των μαθητών στα μαθηματικά, ενώ αυξάνονται τα εργατικά ατυχήματα, τα τροχαία συμβάντα και οι εκρήξεις επιθετικότητας. Ο προμετωπιαίος φλοιός, το εξελικτικά νεότερο τμήμα του εγκεφάλου που ελέγχει τη λογική, τον αυτοέλεγχο και τον προγραμματισμό, φαίνεται να υπολειτουργεί, ενώ κυριαρχούν τα αρχαιότερα  κυκλώματα του εγκεφάλου που εξυπηρετούν την πάλη, τη φυγή και το πάγωμα. Δεν είναι τυχαίο ότι κατά τους καύσωνες αυξάνονται η ευερεθιστότητα, οι συγκρούσεις, ακόμη και η βία.

Η ζέστη, όμως, δεν δρα μόνη της. Η ατμοσφαιρική ρύπανση και η θερμότητα φαίνεται ότι συνεργάζονται με τρόπο ιδιαίτερα επικίνδυνο. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι επιτάχυνση της νευροεκφύλισης και αυξημένος κίνδυνος άνοιας και νόσου Parkinson. Ταυτόχρονα, οι θερμές νύχτες στερούν από τον εγκέφαλο το σημαντικότερο εργαλείο αποκατάστασής του: τον ποιοτικό ύπνο. Οταν ο ύπνος διαταράσσεται επί εβδομάδες, η γνωστική έκπτωση γίνεται σωρευτική και η ανθεκτικότητα στο στρες μειώνεται ακόμη περισσότερο.

Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στον εγκέφαλο. Η επαναλαμβανόμενη αφυδάτωση επιβαρύνει τους νεφρούς. Η συνεχής αύξηση του καρδιακού έργου καταπονεί και το καρδιαγγειακό σύστημα. Η χρόνια ενεργοποίηση του συστήματος  του στρες ευνοεί τη φλεγμονή, τη μεταβολική δυσλειτουργία και την επιταχυνόμενη βιολογική γήρανση.

Οι καύσωνες αποτελούν πλέον και κοινωνικό στρεσογόνο παράγοντα. Επιβαρύνουν την οικονομία, μειώνουν την παραγωγικότητα, αυξάνουν την ενεργειακή κατανάλωση και διευρύνουν τις κοινωνικές ανισότητες. Εκείνοι που διαθέτουν τα λιγότερα μέσα προστασίας – οι ηλικιωμένοι που ζουν μόνοι, οι οικονομικά ασθενέστεροι, οι εργάτες υπαίθρου – πληρώνουν το μεγαλύτερο τίμημα.

Είναι, συνεπώς, μεγάλο λάθος να εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε τον καύσωνα ως ένα μεμονωμένο μετεωρολογικό γεγονός. Δεν είναι. Διότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος του καύσωνα δεν είναι η δυσφορία που αισθανόμαστε σήμερα. Είναι η αθόρυβη βιολογική φθορά που εγκαθίσταται μέσα μας και γίνεται ορατή χρόνια αργότερα.

Ο Γεώργιος Π. Χρούσος είναι ακαδημαϊκός, ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας, επικεφαλής στην έδρα της UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής, ΕΚΠΑ, πρόεδρος στο Ελληνικό Ινστιτούτο Pasteur

ΠΗΓΗ

Μπαίνεις στο περίπτερο, βγαίνεις με διάγνωση!

Η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) διεκδικεί ολοένα μεγαλύτερο ρόλο στον τομέα της υγείας.

Η Κίνα δοκιμάζει αυτόνομα ιατρικά περίπτερα που μπορούν να πραγματοποιούν βασικές εξετάσεις και να παρέχουν, χωρίς τη φυσική παρουσία γιατρού, αρχική ιατρική αξιολόγηση ασθενών. Στόχος είναι η ταχύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών και η βελτίωση της πρόσβασης σε υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας, ιδιαίτερα σε περιοχές με περιορισμένες υγειονομικές υποδομές.

Τα περίπτερα διαθέτουν αισθητήρες, κάμερες και εξοπλισμό για τη μέτρηση βασικών ζωτικών λειτουργιών. Ο πολίτης εισάγει τα συμπτώματά του και το σύστημα της τεχνητής νοημοσύνης αξιοποιώντας αλγορίθμους τεχνητής νοημοσύνης αναλύει τα δεδομένα και παρέχει μέσα σε λίγα λεπτά μια αρχική εκτίμηση της κατάστασης, οδηγίες αντιμετώπισης, κι εφόσον κριθεί απαραίτητο, του συστήνεται η άμεση μετάβασή του σε νοσοκομείο.

Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, τα πρώτα περίπτερα έχουν εγκατασταθεί σε σταθμούς μετρό, εμπορικά κέντρα και αγροτικές περιοχές, λειτουργώντας σε 24ωρη βάση. Ωστόσο, οι λεπτομέρειες για τον τρόπο λειτουργίας και τον βαθμό ιατρικής εποπτείας τους δεν έχουν επιβεβαιωθεί από επίσημες πηγές.

Οι υποστηρικτές της τεχνολογίας εκτιμούν ότι τέτοιες εφαρμογές μπορούν να μειώσουν τους χρόνους αναμονής, να αποσυμφορήσουν τα νοσοκομεία και να προσφέρουν βασικές υπηρεσίες υγείας σε απομακρυσμένες κοινότητες, όπου η έλλειψη ιατρικού προσωπικού αποτελεί διαχρονικό πρόβλημα. Από την άλλη πλευρά, ειδικοί υπενθυμίζουν ότι η ΤΝ δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κρίση  γιατρού. Σοβαρά ζητήματα, όπως η αξιοπιστία των διαγνώσεων, η προστασία των προσωπικών δεδομένων, η κυβερνοασφάλεια και η ευθύνη σε περίπτωση λανθασμένης εκτίμησης και/ή αρνητικής έκβασης της νόσου του ασθενή, παραμένουν υπό συζήτηση.

Η αξιοποίηση της ΤΝ στην υγεία εξελίσσεται διεθνώς με ταχείς ρυθμούς. Το κινεζικό εγχείρημα δείχνει τις δυνατότητες της νέας τεχνολογίας, αλλά και την ανάγκη να λειτουργεί, ως εργαλείο υποστήριξης των επαγγελματιών υγείας και όχι ως πλήρης αντικαταστάτης τους. Να μην ξεχνάμε ότι η διαπροσωπική σχέση γιατρού – ασθενή είναι κυρίαρχα ανθρώπινη και θεραπευτική.

Οι Χαράλαμπος Μ. Μουτσόπουλος και Γεώργιος Π. Χρούσος είναι ιατροί – ακαδημαϊκοί

ΠΗΓΗ

Τρεις καίριες παρεμβάσεις για υγιή γήρανση των γυναικών

Στην ιατρική, όπως και στη ζωή, υπάρχουν στιγμές που καθορίζουν δυσανάλογα το μέλλον. Στιγμές σύντομες, σχεδόν ανεπαίσθητες, οι οποίες όμως αφήνουν αποτύπωμα δεκαετιών. Για τη γυναίκα, μία τέτοια στιγμή είναι η διεμμηνοπαυσιακή (transmenopausal) περίοδος: το χρονικό διάστημα που εκτείνεται περίπου από ένα χρόνο πριν έως δύο χρόνια μετά την τελευταία έμμηνο ρύση. Παραδοσιακά, βεβαίως, η εμμηνόπαυση εθεωρείτο απλώς το τέλος της αναπαραγωγικής ζωής. Σήμερα γνωρίζουμε ότι αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο. Είναι μια σοβαρή βιολογική μετάβαση, που επηρεάζει το σκελετικό, μυϊκό, μεταβολικό και νευρικό σύστημα. Και, το σημαντικότερο, είναι μια περίοδος κατά την οποία οι παρεμβάσεις έχουν δυσανάλογα μεγάλο όφελος.

Τα τελευταία χρόνια, μεγάλες διαχρονικές μελέτες, όπως η SWAN (Study of Women’s Health Across the Nation), αποκάλυψαν ότι περίπου το 70% της οστικής απώλειας μιας ολόκληρης δεκαετίας συμβαίνει μέσα στο σύντομο τριετές παράθυρο της διεμμηνόπαυσης. Η οστική πυκνότητα στη σπονδυλική στήλη και στο ισχίο μειώνεται με ρυθμούς που φτάνουν το 2%-2,5% ετησίως, εξαιτίας της απότομης πτώσης των οιστρογόνων. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του κινδύνου καταγμάτων, ο οποίος συχνά γίνεται εμφανής πολλά χρόνια αργότερα.

Παράλληλα, λαμβάνει χώρα μια δεύτερη, λιγότερο ορατή αλλά εξίσου σημαντική μεταβολή. Η γυναίκα δεν αλλάζει τόσο πολύ στο βάρος της, όσο στη σύσταση του σώματός της. Η μυϊκή μάζα αρχίζει να μειώνεται, ενώ το λίπος αυξάνεται και ανακατανέμεται προς την κοιλιακή χώρα. Δημιουργείται έτσι το φαινόμενο της «σαρκοπενικής παχυσαρκίας»: λιγότεροι μύες, περισσότερο σπλαχνικό λίπος και μεγαλύτερος μεταβολικός κίνδυνος.

Από εξελικτικής απόψεως, η εμμηνόπαυση δεν αποτελεί ασθένεια. Είναι μέρος ενός προγράμματος βιολογικής μετάβασης, που σχεδιάστηκε για εποχές όπου το προσδόκιμο ζωής ήταν πολύ μικρότερο. Η φύση ενδιαφερόταν πρωτίστως για την επιτυχή αναπαραγωγή και όχι για τη διατήρηση της υγείας μέχρι τα 90 ή τα 100 χρόνια. Στον σύγχρονο κόσμο, όμως, όπου οι γυναίκες ζουν πολλές δεκαετίες μετά την εμμηνόπαυση, η βιολογία αυτή αποκτά νέα, καίρια σημασία.

Εδώ ακριβώς συναντάται η σύγχρονη ενδοκρινολογία με τη θεωρία του στρες και της γήρανσης. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η γήρανση δεν είναι απλώς η φθορά του χρόνου. Είναι το αθροιστικό αποτέλεσμα της μακροχρόνιας επιβάρυνσης των συστημάτων προσαρμογής του οργανισμού. Oταν το βιολογικό στρες υπερβαίνει τις δυνατότητες προσαρμογής, το σώμα μεταπίπτει από την αρχική αλλόσταση (αλλαγμένη ομοιόσταση) στη χρόνια κακόσταση (κακή ομοιόσταση). Η απώλεια οιστρογόνων αποτελεί ένα ισχυρό βιολογικό στρεσογόνο γεγονός, το οποίο επιταχύνει αυτή τη διαδικασία. Η πτώση των οιστρογόνων επηρεάζει όχι μόνο τα οστά, αλλά και τη λειτουργία των μιτοχονδρίων, τη φλεγμονή, τη μυϊκή αναδόμηση και την κατανομή του λίπους. Με άλλα λόγια, η διεμμηνοπαυσιακή περίοδος είναι μια περίοδος αυξημένης βιολογικής ευαλωτότητας. Αν όμως η ευαλωτότητα είναι η μία όψη του νομίσματος, η πλαστικότητα είναι η άλλη.

Τα δεδομένα δείχνουν ότι τρεις παρεμβάσεις μπορούν να μεταβάλουν ουσιαστικά την πορεία αυτής της μετάβασης. Πρώτον, η ορμονική θεραπεία εμμηνόπαυσης, όταν χορηγείται στις κατάλληλες γυναίκες και μέσα στο λεγόμενο «παράθυρο ευκαιρίας», μπορεί να προλάβει μεγάλο μέρος της οστικής απώλειας, να περιορίσει τη συσσώρευση κοιλιακού λίπους και να συμβάλει στη διατήρηση της μυϊκής μάζας. Δεύτερον, η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D αποτελεί το απαραίτητο βιολογικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο μπορούν να δράσουν οι υπόλοιπες παρεμβάσεις. Τρίτον, και ίσως πιο εντυπωσιακό, η συστηματική άσκηση με αντιστάσεις υψηλής έντασης αποδεικνύεται ένας από τους ισχυρότερους φυσικούς παράγοντες διατήρησης της οστικής και μυϊκής υγείας. Οι μύες και τα οστά αποτελούν ένα ενιαίο λειτουργικό σύστημα. Οταν ο μυς ενεργοποιείται, εκκρίνει τις ορμόνες που ονομάζονται «μυοκίνες», που ευνοούν την αναδόμηση του σκελετού και βελτιώνουν τον μεταβολισμό ολόκληρου του οργανισμού.

Το μήνυμα είναι σαφές. Η διεμμηνοπαυσιακή περίοδος δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα αναπόφευκτο στάδιο παρακμής. Αντιθέτως, πρέπει να θεωρείται μια κρίσιμη ευκαιρία πρόληψης. Η έγκαιρη παρέμβαση σε αυτά τα λίγα χρόνια μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα ζωής για τις επόμενες τρεις ή τέσσερις δεκαετίες. Γιατί η υγιής γήρανση δεν αρχίζει στα 70 ή στα 80 χρόνια. Αρχίζει πολύ νωρίτερα, όταν αναγνωρίζουμε τα βιολογικά σταυροδρόμια της ζωής και επιλέγουμε να δράσουμε εγκαίρως. Η διεμμηνοπαυσιακή περίοδος είναι ένα από τα σημαντικότερα από αυτά τα σταυροδρόμια στη ζωή της γυναίκας. Και όπως συμβαίνει με κάθε κρίσιμη μετάβαση στην ανθρώπινη ζωή, η έκβασή της δεν καθορίζεται μόνο από τη βιολογία, αλλά και από τη γνώση, τη βούληση και τη σοφία με την οποία την αντιμετωπίζουμε.

*Ο κ. Γεώργιος Π. Χρούσος είναι ακαδημαϊκός, ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας, επικεφαλής στην έδρα της UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής, ΕΚΠΑ, πρόεδρος στο Ελληνικό Ινστιτούτο Pasteur.

ΠΗΓΗ

Δημογραφία, Παιδεία και Ιστορική Διάρκεια: Το Πνευματικό Μέλλον του Ελληνισμού

Υπάρχουν στιγμές στην πορεία ενός ιστορικού έθνους όπου τα αριθμητικά δεδομένα μετατρέπονται σε φιλοσοφικά ερωτήματα

Η μείωση των γεννήσεων, η επιτάχυνση της γήρανσης του πληθυσμού, η συρρίκνωση του ενεργού κλάσματος δεν αποτελούν απλώς στατιστικές μεταβολές· αποτελούν σημεία καμπής στη σχέση μιας κοινότητας με τον χρόνο. Η Ελλάδα σήμερα βιώνει μια τέτοια στιγμή. Με δείκτη ολικής γονιμότητας γύρω στο 1,3 παιδιά ανά γυναίκα, δεν αναπαράγει τον πληθυσμό της. Η δημογραφική πυραμίδα στενεύει στη βάση και διευρύνεται στην κορυφή. Όμως το ουσιώδες ερώτημα δεν είναι μόνο ποσοτικό. Είναι υπαρξιακό: τι σημαίνει για έναν ιστορικό πολιτισμό να παύει σταδιακά να ανανεώνεται;

Ο Θουκυδίδης, στον Επιτάφιο του Περικλή, αποτυπώνει μια αλήθεια που υπερβαίνει την εποχή του: «ἡ πόλις ἄνδρες ἐστίν». Η πόλη είναι οι άνθρωποί της — οι φορείς της μνήμης, του λόγου, των θεσμών. Η πολιτική κοινότητα δεν είναι απλώς θεσμικό πλαίσιο· είναι ζωντανή πράξη συμμετοχής. Αν οι φορείς της λιγοστεύουν, αν η ανανέωση των γενεών επιβραδύνεται, τότε η ίδια η έννοια της «πόλης» και του πολιτισμού της τίθεται υπό δοκιμασία.

Η σύγχρονη πολιτική ανάλυση συχνά περιορίζει το δημογραφικό σε ζήτημα κοινωνικής πολιτικής. Πράγματι, η στήριξη της οικογένειας, η σταθερότητα της εργασίας, η πρόσβαση στη στέγη και στις δομές παιδικής φροντίδας αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις. Ωστόσο, η διεθνής εμπειρία καταδεικνύει ότι ακόμη και οι πλέον γενναιόδωρες πολιτικές αυξάνουν τη γονιμότητα οριακά. Η δημογραφία δεν είναι μηχανισμός που ανταποκρίνεται γραμμικά στα κλασικά οικονομικά κίνητρα.

Ο Αριστοτέλης όρισε τον άνθρωπο ως «ζῷον πολιτικόν», υποδηλώνοντας ότι η ανθρώπινη ολοκλήρωση επιτυγχάνεται εντός της πολιτικής κοινότητας. Η κοινότητα αυτή δεν συγκροτείται για την απλή επιβίωση αλλά για το «εὖ ζῆν». Όταν το «εὖ» απουσιάζει, όταν κυριαρχεί ανασφάλεια, κοινωνική αβεβαιότητα, έλλειψη προοπτικής, η βούληση για αναπαραγωγή μειώνεται. Η υπογεννητικότητα αντανακλά, εν μέρει, έλλειψη εμπιστοσύνης προς το μέλλον.

Η μετανάστευση εισέρχεται αναπόφευκτα στη συζήτηση. Μπορεί να επιβραδύνει τη συρρίκνωση, ιδίως όταν αφορά νέες και παραγωγικές ηλικίες. όμως, ούτε αυτή αποτελεί αυτοδύναμη λύση. Η δημογραφική συμπεριφορά των μεταναστών συγκλίνει με αυτή των εντοπίων, οι κοινωνίες μεταβάλλονται, ενώ στην ουσία η ένταξη δεν επιτυγχάνεται μέσω αριθμητικής, αλλά μέσω παιδείας. Εδώ αποκτά κεντρική σημασία η ισοκρατική σύλληψη της ταυτότητας: «Έλληνες εισί οι της ημετέρας παιδείας μετέχοντες.» Η φράση αυτή συνιστά ίσως τον πλέον ριζοσπαστικό ορισμό πολιτικής κοινότητας στην αρχαιότητα. Ο Ελληνισμός δεν ορίζεται από το αίμα (τα γονίδια) αλλά από τη συμμετοχή στην παιδεία. Η παιδεία δεν είναι απλή εκπαίδευση· είναι καλλιέργεια λόγου, ηθικού μέτρου και πολιτικής ευθύνης.

Αν υιοθετήσουμε αυτή την οπτική, τότε η επιβίωση του Ελληνισμού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη βιολογική αύξηση. Εξαρτάται από την ποιοτική και ποσοτική ενίσχυση της Ελληνικής παιδείας. Η παιδεία, υπό την πλατωνική έννοια, είναι «περιαγωγή της ψυχής» προς το αγαθό. Είναι η μεταστροφή του βλέμματος από το επιφανειακό στο ουσιώδες. Μια κοινωνία που καλλιεργεί τέτοια παιδεία δημιουργεί πολίτες ικανούς να μετέχουν ενεργά στους θεσμούς, να σκέπτονται κριτικά και να αναλαμβάνουν ευθύνη για τα κοινά.
Φυσικά, το δημογραφικό πρόβλημα,συνδέεται και με τη βιολογική διάσταση της κοινωνικής ζωής. Η παρατεταμένη κοινωνικοοικονομική ανασφάλεια, η ανθυγιεινή διατροφή και η μόλυνση του περιβάλλοντος αυξάνουν το συλλογικό «κακοστατικό φορτίο» — το άθροισμα των χρόνιων στρεσογόνων επιβαρύνσεων που επηρεάζουν τη σωματική και ψυχική υγεία, συμπεριλαμβανομένης της γονιμότητας. Μια κοινωνία με υψηλό επίπεδο χρόνιου στρες δυσκολεύεται να αναπαραχθεί για ψυχολογικούς και βιολογικούς λόγους. Η ενίσχυση της παιδείας, ως φορέας νοήματος και προοπτικής, μπορεί να λειτουργήσει ως μερικό αντίβαρο σε αυτή την επιβάρυνση.

Ενίσχυση της Ελληνικής παιδείας σημαίνει, πρωτίστως, εμβάθυνση της καλλιέργειας εντός της χώρας. Η γλώσσα, η ιστορική αυτογνωσία, η δημοκρατική συμμετοχή δεν είναι αυτονόητα· είναι αποτελέσματα συστηματικής προσπάθειας. Ελληνική παιδεία σημαίνει επίσης ουσιαστική ένταξη όσων επιλέγουν να ζήσουν στον ελληνικό χώρο. Αν η ταυτότητα είναι εκπαιδευτική, τότε κάθε άνθρωπος που επιθυμεί να μετέχει μπορεί να γίνει φορέας της. Η ένταξη, όμως, δεν είναι τυπική διαδικασία. Απαιτεί γλωσσική εκπαίδευση, κατανόηση των θεσμών και συμμετοχή στην πολιτική κοινότητα. Τέλος, Ελληνική παιδεία σημαίνει εξωστρέφεια. Ο Ελληνισμός ιστορικά επέζησε μέσω πολιτισμικής ακτινοβολίας. Η ελληνιστική οικουμένη δεν συγκροτήθηκε από πληθυσμιακή υπεροχή αλλά από την ελκτική δύναμη του λόγου και της φιλοσοφίας. Στον σύγχρονο κόσμο, η διάδοση της Ελληνικής γλώσσας, της φιλοσοφικής παράδοσης και της έννοιας της πολιτικής κοινότητας μπορεί να λειτουργήσει ως μορφή δημογραφικής διεύρυνσης πέραν των στενών γεωγραφικών ορίων.

Η ιστορική διάρκεια του Ελληνισμού δεν είναι βιολογικό ατύχημα. Είναι αποτέλεσμα συνειδητής, συνεχόμενης καλλιέργειας του «αθάνατου και θείου αγαθού» της παιδείας του Πλούταρχου. Η δημογραφική ανανέωση χωρίς παιδεία θα ήταν κενή· η παιδεία χωρίς ανανέωση θα ήταν εύθραυστη. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσοι θα είμαστε στο μέλλον. Είναι αν θα συνεχίσουμε να συγκροτούμε πολιτική κοινότητα με επίγνωση της ιστορικής ταυτότητας, του λόγου, του μέτρου και της ευθύνης. Αν θα παραμείνουμε φορείς μιας παιδείας ικανής να εμπνέει συμμετοχή — σε όσους γεννιούνται εδώ και σε όσους, οπουδήποτε στον κόσμο, επιθυμούν να μετέχουν. Η επιβίωση του Ελληνισμού δεν θα κριθεί αποκλειστικά στη στατιστική της γονιμότητας. Θα κριθεί στην ένταση και το βάθος της παιδείας του. Και αυτή είναι επιλογή.

*Γράφει ο Γεώργιος Π. Χρούσος, ακαδημαϊκός, ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας, επικεφαλής στην έδρα της UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής, ΕΚΠΑ, πρόεδρος στο Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ.